Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λειχήνα
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Κριαρά]
λειχήνα η,
βλ. λειχήνη.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λειχήνα 1 η [lixína] Ο25 : βιολογική μονάδα που δημιουργείται όταν ενώνονται φύκη και μύκητες: Bρύα και λειχήνες.

[αρχ. λειχήν ὁ, αιτ. -ῆνα μεταπλ. σε θηλ. με βάση την αιτ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λειχήνα 2 η : εξανθηματική δερματική πάθηση ανθρώπων και ζώων: Έβγαλα μια ~ στο χείλος.

[λόγ. < αρχ. λειχήν ὁ, αιτ. -ῆνα μεταπλ. σε θηλ. με βάση την αιτ. κατά το λειχήνα 1]

[Λεξικό Κριαρά]
λειχηνάρικος, επίθ.
  • Που έχει προσβληθεί από λειχήνες:
    • (Πεντ. Λευιτ. XXII 22).

[<ουσ. λειχήνα + κατάλ. ‑άρικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες