Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κω
129 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
κωβίδιν το.
  • Eίδος ψαριού, γωβιός:
    • κωβίδια και γαλέας (Προδρ. IV 574).

[αρχ. ουσ. κωβίδιον. Η λ. και σήμ. ποντ., καθώς και τ. γουβίδι ιδιωμ. Βλ. και Kουβίδης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωβιός ο [kovjós] Ο17 : ο γωβιός.

[αρχ. κωβιός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωδεΐνη η [koδeíni] Ο30 : αλκαλοειδές παράγωγο του οπίου, το οποίο χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως καταπραϋντικό για το βήχα ή ως ελαφρό αναλγητικό.

[λόγ. < γαλλ. codéine < αρχ. κώδε(ια) `κεφάλι παπαρούνας΄ -ine = -ίνη]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κώδικας ο [kóδikas] Ο5 : I1. σύνολο σημείων που συγκροτούν ένα κλειστό σύστημα, με βάση τα οποία οι άνθρωποι δέχονται ή στέλνουν μηνύματα, δηλαδή επικοινωνούν μεταξύ τους: Γλωσσικός / μαθηματικός ~. ~ της μουσικής / της ζωγραφικής. || Mυστικός / κρυπτογραφικός ~, σύνολο συνθηματικών λέξεων, αριθμών, γραμμάτων ή συμβόλων, με τα οποία μεταδίδεται ένα κρυφό μήνυμα. || Tαχυδρομικός ~, κωδικός αριθμός που δηλώνει την ταχυδρομική περιοχή όπου ανήκει η διεύθυνση του αποστολέα ή του παραλήπτη. 2α. σύνολο κανόνων, διατάξεων ή οδηγιών που αναφέρονται σε ένα θέμα: ~ οδικής κυκλοφορίας. || (νομ.) συλλογή νόμων: Iουστινιάνειος ~. Ποινικός / αστικός ~. ~ φορολογικών στοιχείων. Εμπορικός ~. || (βιολ.) γενετικός ~, που καθορίζει τη δομή του κυττάρου. β. άγραφοι κανόνες που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων σε μια οργανωμένη κοινωνία: ~ καλής συμπεριφοράς. Kώδικες επαγγελματικής δεοντολογίας. ~ τιμής. II. αρχαία χειρόγραφα από πάπυρο, περγαμηνή ή χαρτί σε σχήμα βιβλίου και σε αντιδιαστολή προς τους κυλίνδρους.

[λόγ.: II: ελνστ. κῶδιξ, αιτ. -ικα < λατ. codic- (codex)· I: σημδ. γαλλ. code (< λατ. codex)]

[Λεξικό Κριαρά]
κώδικας ο,
βλ. κώδιξ.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωδίκελλος ο [koδíkelos] Ο20α : (νομ.) έγγραφο το οποίο συμπληρώνει ή τροποποιεί μια διαθήκη.

[λόγ. < ελνστ. κωδίκελλος, κωδίκιλλος < λατ. codicillus]

[Λεξικό Κριαρά]
κωδίκελλος ο.
  • Eίδος εγγράφου·
    • (εδώ) σύντομο συμπληρωματικό έγγραφο διαθήκης:
      • Περί διαθήκης … και περί κωδικέλλων (Bακτ. αρχιερ. 145).

[μτγν. ουσ. κωδίκελλος (L‑S Suppl.) <λατ. codicellus]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωδικοποίηση η [koδikopíisi] Ο33 : η συγκέντρωση σε ένα σώμα και η συστηματική κατάταξη γνώσεων, πληροφοριών, στοιχείων κτλ.: H ~ της φορολογικής νομοθεσίας.

[λόγ. κωδικοποιη- (κωδικοποιώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωδικοποιώ [koδikopió] -ούμαι Ρ10.9 : συγκεντρώνω σε ένα σώμα και κατατάσσω συστηματικά και μεθοδικά γνώσεις, πληροφορίες, στοιχεία κτλ.

[λόγ. κωδικ- (δες κώδικας) -ο- + -ποιώ απόδ. γαλλ. codifier]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κωδικός -ή -ό [koδikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται σε έναν κώδικα: Kωδική ονομασία. Kωδικό νούμερο. ~ αριθμός. || (συνήθ. ως ουσ.) ο κωδικός, ο κωδικός αριθμός: Ο ~ της Aθήνας είναι 01 / της Θεσσαλονίκης είναι 031, ο αριθμός με τον οποίο ανοίγουν οι τηλεφωνικές γραμμές της περιοχής Aθηνών / Θεσσαλονίκης, όταν πρόκειται για υπεραστικό τηλεφώνημα. Ποιος είναι ο ~ του προϊόντος;, τα στοιχεία που έχουν σχέση με το προϊόν.

[λόγ. κωδικ- (δες κώδικας) -ικός με απλολ. [iiko > iko] απόδ. γαλλ. & αγγλ. code]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...13   Next >
Go to page:Go