Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: καταβολή
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
καταβολή η.
  • (Μεταφ.) κατάπτωση, ξεπεσμός:
    • καταβολή πολλή έσται εν τῃ πόλει εκείνῃ (Σεισμολ. 97).

[αρχ. ουσ. καταβολή. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταβολή 1 η [katavolí] Ο29 : 1. η ενέργεια του καταβάλλω 2. α. εκπλήρωση χρηματικής οφειλής: H ~ του φόρου / της προκαταβολής / του μισθού. β. ~ προσπαθειών. 2. (κυρ. πληθ.) στοιχεία που μεταβιβάζονται κληρονομικά ή ιστορικά και που αποτελούν τον πυρήνα μιας εξέλιξης: Άτομο με καλές κληρονομικές καταβολές. Ο ελληνισμός της Mικράς Aσίας είχε ιστορικές καταβολές πολλών αιώνων. ΦΡ από καταβολής κόσμου, για να δηλώσουμε ότι κτ. υπάρχει ή ισχύει από πολύ παλιά ή ανέκαθεν: Ο άνθρωπος αγωνίζεται για να βελτιώσει τη ζωή του από καταβολής κόσμου. (σε σχήμα υπερβολής): Aυτό το παλτό το έχω από καταβολής κόσμου.

[λόγ. < αρχ. καταβολή `σπορά, θεμέλιωμα, πληρωμή΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καταβολή 2 η : (ιατρ.) ~ δυνάμεων, εξασθένηση, εξάντληση του οργανισμού: H ~ δυνάμεων είναι σύμπτωμα πολλών νοσημάτων.

[λόγ. < καταβολή 1 κατά τη σημ. του καταβάλλω 1]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go