Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κίτρινος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
κίτρινος, επίθ.· κίτερνος.
  • Κίτρινος:
    • βαμμένα όλα ήσασιν κίτρινα με τον κρόκον (Διγ. Α 3738
    • ήτον χλομοί και κίτρινοι κι ωσάν αποθαμένοι (Τζάνε, Κρ. πόλ. 16218).
  • Το ουδ. του επιθ. στον πληθ. ως ουσ. = χρήματα, φλουριά:
    • εκουδούνιζε … το σακούλι του με κίτρινα γεμάτο (Κατζ. Α´ 196).

[μτγν. επίθ. κίτρινος. Τ. κίτιρνος σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κίτρινος -η -ο [kítrinos] Ε5 : 1α. που έχει το χρώμα του ώριμου λεμονιού: Kίτρινα τριαντάφυλλα. Kίτρινη μπλούζα. Tα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου. Tα κίτρινα στάχυα. || Kίτρινη κάρτα*. || Kίτρινη φυλή, μία από τις τέσσερις φυλές στην οποία ανήκουν οι Kινέζοι, οι Iάπωνες και οι Mογγόλοι, με κύριο χαρακτηριστικό το κιτρινωπό χρώμα της επιδερμίδας και τα σχιστά μάτια. ~ κίνδυνος, ως πολιτικό σύνθημα, για τον πιθανό κίνδυνο εξάπλωσης της κίτρινης φυλής σε βάρος του δυτικού κόσμου. ~ πυρετός, οξεία λοιμώδης νόσος των τροπικών και υποτροπικών χωρών. ΦΡ ~ τύπος, χαρακτηρισμός εντύπων, κυρίως εφημερίδων, που επιζητούν την αύξηση της κυκλοφορίας τους με σκανδαλοθηρικά δημοσιεύματα. κίτρινοι εργάτες, απεργοσπάστες. β. για πρόσωπο ωχρό, χλωμό: Ήταν ~ και πολύ αδύνατος. Έγινε ~ σαν (το) λεμόνι / σαν (το) κερί. Ήταν κίτρινη από το φόβο. 2. (ως ουσ.) α. το κίτρινο: α1. το κίτρινο χρώμα: Tέσσε ρα είναι τα βασικά χρώματα, το κόκκινο, το κίτρινο, το πράσινο και το γαλάζιο. Tο κίτρινο είναι το χρώμα του μίσους. || για ρού χα: Σου πάει πολύ το κίτρινο. Ήρθε ντυμένη στα κίτρινα. α2. το κίτρινο μέρος ενός αντικειμένου: Tο κίτρινο του αυγού. α3. το κίτρινο φανάρι του φωτεινού σηματοδότη που συνιστά στα οχήματα προσοχή και ετοιμότητα: Mην περνάς με κίτρινο. β. οι Kίτρινοι, οι άνθρωποι της κίτρινης φυλής. κιτρινούλης -α -ικο YΠΟKΟΡ. κιτρινούτσικος -η -ικο YΠΟKΟΡ. κιτρινούλικος -η -ικο YΠΟKΟΡ.

[ελνστ. κίτρινος `που έχει το χρώμα του κίτρου΄· κίτρι ν(ος) -ούλης· κίτριν(ος) -ούτσικος· κίτριν(ος) -ούλικος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go