Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ζάρι
6 εγγραφές [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζάρι το [zári] Ο44 : α. μικρός κύβος που σε κάθε πλευρά του φέρει από μία έως έξι κουκκίδες και χρησιμοποιείται σε τυχερά ή επιτραπέζια παιχνίδια: Ρίχνω τα ζάρια. Έριξα τα ζάρια και έφερα δύο κι άσο. ΦΡ τσιμπώ τα ζάρια, τα ρίχνω τεχνηέντως, ώστε να επιτύχω τον επιθυμητό συνδυασμό και να εξαπατήσω το συμπαίκτη μου. παίζω κτ. στα ζάρια, το διακυβεύω. β. (πληθ.) είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με ζάρια: Έχασε όλες του τις οικονομίες στα ζάρια.

[μσν. ζάρι(ν) < αζάρι(ο)ν (με αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο στον πληθ. και ανασυλλ.: [ta-aza > taza > ta-za] ) < αραβ. αz-zahr `τα ζάρια΄ -ιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζαριά η [zarjá] Ο24 : το κάθε ρίξιμο των ζαριών και ο συνδυασμός που επιτυγχάνεται: Mε δύο ζαριές πήρε πίσω όλα τα χαμένα. Kαλή / κακή ~.

[ζάρ(ι) -ιά]

[Λεξικό Κριαρά]
ζάριν το· αζάριν· αζάριον· ζάρι.
  • α) Το ζάρι:
    • την τιμήν και δούλευσιν … έδωκε ως κτύπον αζαρίου (Ριμ. Βελ. ρ 534
  • β) παιχνίδι με ζάρια:
    • Έπαιξες και τα ρούχα σου και εχάσες τα εις το αζάριν (Πουλολ. 121
    • έπαιζαν τα αζάρια, ήγουν το ταβλί (Ιστ. πατρ. 1005
  • γ) φρ. βάλλω κ. στο ζάρι, βλ. βάλλω 1δ.

[<αραβ. az-zahr· πβ. τουρκ. zar. Ο τ. ι στο Βλάχ. και σήμ. Τ. ιον και αζάριον στο Meursius. Η λ. στο LBG και σήμ. ποντ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ζαριστής ο.
  • Αυτός που παίζει ζάρια:
    • ούτε κλέπτης, ούτε πόρνος, ουδέ ζαριστής (Πτωχολ. P 10).

[<ουσ. ζάριν + κατάλ. ιστής. Η λ. στο Meursius]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ζαρίφης ο [zarífis] Ο11 θηλ. ζαρίφισσα [zarífisa] Ο27α : (λαϊκότρ., για πρόσ.) κομψός, λεπτός, ευγενικός στους τρόπους.

[τουρκ. zarif -ης· ζαρίφ(ης) -ισσα]

[Λεξικό Κριαρά]
ζαρίφικα, επίρρ.
  • Με κομψότητα, με επιτήδευση:
    • περπατάει ζαρίφικα (Πηγά, Χρυσοπ. 324 (8)).

[<επίθ. ζαρίφικος (<ουσ. ζαρίφης <τουρκ. zarif). Η λ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες