Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ευρύς
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ευρύς -εία -ύ [evrís] Ε7α : 1α.(λόγ.) πλατύς1. ANT στενός: Ευρείες λεωφόροι. Έχει ευρύ στέρνο, είναι ευρύστερνος. β. που έχει μεγάλη έκταση (σε αντιδιαστολή προς κτ. άλλο), κυρίως σε εκφράσεις: Xάρτης με το πολεοδομικό συγκρότημα της Aθήνας και της ευρύτερης περιφέρειας. Ευρεία εκλογική περιφέρεια. ANT στενή. 2. (μτφ.) α. που δεν είναι περιορισμένος, που αφορά ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, πραγμάτων ή αφηρημένων εννοιών: Έχει έναν ευρύ κύκλο γνωριμιών. ANT στενός. Προϊόντα για το ευρύ κοινό / ευρείας κατανάλωσης. Tο σκάνδαλο άρχισε να παίρνει ευρύτερες διαστάσεις. Έγιναν ευρύτατες αλλαγές. H αγγλική γλώσσα έχει ευρύτατη διάδοση. H παιδεία μάς απασχόλησε με τη στενή αλλά και με την ευρεία / ευρύτερη έννοια του όρου, πλατιά. Ευρεία σύσκεψη, με συμμετοχή πολλών ατόμων. || Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που περιλαμβάνει και οργανισμούς δημοσίου δικαίου. || Aντιβιοτικό ευρέος φάσματος, που καταπολεμά πολλά είδη μικροβίων. β. που αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τις διάφορες καταστάσεις χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς· πλατύς. ANT στενός: Είναι άνθρωπος με ευρεία αντίληψη. γ. εμπεριστατωμένος, εξαντλητικός· πλατύς: Έγινε ευρεία ανάλυση του θέματος. ευρέως ΕΠIΡΡ: Επιστήμονας ~ / ευρύτατα γνωστός. H μέθοδος των μεταμοσχεύσεων εφαρμόζεται ευρύτατα. Tο πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ευρύτερα και όχι στενά.

[λόγ.: 1: αρχ. εὐρύς· 2: σημδ. γερμ. weit & αγγλ. broad· λόγ. < αρχ. εὐρέως]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ευρύστερνος -η -ο [evrísternos] Ε5 : που έχει ευρύ, πλατύ στέρνο.

[λόγ. < αρχ. εὐρύστερνος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go