Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εταίρος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εταίρος ο [etéros] Ο18 : ονομασία ή χαρακτηρισμός του μέλους: Iα. μιας εταιρείας, ιδίως ορισμένων ιδρυμάτων: Ένας ~ της Aκαδημίας Aθηνών. Δικαιώματα / υποχρεώσεις των εταίρων. || βαθμός στην ιεραρχία των τεκτόνων. β. άλλων ενώσεων: Οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση / στο NATΟ. II. της ακολουθίας του βασιλιά της αρχαίας Mακεδονίας: Tο ιππικό των εταίρων.

[λόγ.: I: αρχ. ἑταῖρος `σύντροφος, πολιτικός σύμμαχος΄ & σημδ.: α: γαλλ. associé· β: γαλλ. partenaire & αγγλ. partner· II: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go