Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εμφάνιση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμφάνιση η [emfánisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμφανίζω. α. το γεγονός ότι εμφανίζεται κάποιος ή κτ., καθώς και ο τρόπος, η μορφή με την οποία παρουσιάζεται: H ~ ενός κομήτη. Ξαφνική / αιφνίδια ~. Επίσημη / εντυπωσιακή ~. H πρώτη δημόσια ~. H ~ κάποιου στη σκηνή. || προσέλευση: Είναι απαραίτητη η εμφάνισή σου στο δικαστήριο. || (για χαρτονόμισμα): Πέντε χιλιάδες δραχμές πληρωτέες με την ~, με την προσκόμιση. β. το να φανερώνεται κτ. για πρώτη φορά: ~ συμπτωμάτων ασθένειας. || (για προϊόντα): H ~ νέων τηλεοράσεων στην αγορά. γ. (ειδικότ.) η επεξεργασία φωτογραφικού φιλμ, με την οποία σχηματίζεται επάνω σ΄ αυτό η αρνητική εικόνα: H ~ στοιχίζει πεντακόσιες δραχμές και η εκτύπωση πενήντα δραχμές για κάθε φωτογραφία. || (επέκτ.) για την εμφάνιση του φιλμ και την εκτύπωση των φωτογραφιών: Έδωσα τρία φιλμ για ~. δ. η ενδυμασία και γενικά η εξωτερική εικόνα κάποιου: Προσέχει την εμφάνισή της. Γοητευτική ~.

[λόγ. < αρχ. ἐμφάνι(σις) `παρουσίαση΄ -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go