Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εμπειρικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπειρικός -ή -ό [embirikós] Ε1 : 1α.για τη γνώση που προέρχεται από την πρακτική ενασχόληση με κτ. και για ό,τι στηρίζεται αποκλειστικά ή κυρίως σε μια τέτοια γνώση: Εμπειρική γνώση / λύση / αντιμετώπιση ενός προβλήματος. ~ σχεδιασμός. || Εμπειρικά φάρμακα, γιατροσόφια. β. για πρόσωπο που κατέχει, από εμπειρία ή μαθητεία, τις εμπειρικές μόνο γνώσεις της τέχνης ή του επαγγέλματος που ασκεί: ~ γιατρός· (πρβ. κομπογιαννίτης). ~ τεχνίτης / ηλεκτρολόγος. 2. (φιλοσ.) που προέρχεται από την άμεση (μέσο των αισθήσεων) αντίληψη, όχι από διαλογισμό, σκέψη, φαντασία: Οι εμπειρικές γνώσεις τακτοποιούνται, ταξινομούνται και αποσαφηνίζονται με τη νόηση. Εμπειρική απόδειξη, που στηρίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. || ~ κόσμος, που τον αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Εμπειρικές επιστήμες, που έχουν αντικείμενό τους τα πράγματα του αισθητού κόσμου, σε αντιδιαστολή προς τις θεωρητικές· (πρβ. θετικός, φυσικός). || Εμπειρική φιλοσοφία, που δέχεται ως μόνη πηγή γνώσης την εμπειρία: ~ φιλόσοφος. εμπειρικά & (λόγ.) εμπειρικώς ΕΠIΡΡ: Aντιμετώπισαν το πρόβλημα ~ και πρόχειρα. Yποθέσεις εμπειρικώς αναπόδεικτες.

[λόγ. < αρχ. ἐμπειρικός `που έχει πείρα΄, ελνστ. σημ.: `(για γιατρό) που στηρίζεται μόνο στην εμπειρία΄ & σημδ. αγγλ. empiric < λατ. empiricus < ελνστ. ἐμπειρικός· λόγ. < ελνστ. ἐμπειρικῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go