Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: είκοσι
15 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
είκοσι [íkosi] (άκλ.) αριθμτ. επίθ. απόλ. : 1.που δηλώνει ένα σύνολο από είκοσι (20) μονάδες: ~ δραχμές / χιλιάδες / εκατομμύρια. || (αντί του τακτικού εικοστός): Γεννήθηκε στις ~ Iουνίου. Ο Γιώργος άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα ~. 2. (ως ουσ.) το είκοσι: α. ο αριθμός και το σύμβολό του: Δύο φορές το ~ κάνει σαράντα. || (ως ένδειξη βαθμολογίας): Πήρε ~ στο διαγώνισμα. β. καθετί που έχει ως διακριτικό τον αριθμό είκοσι: Ο ασθενής / ο πελάτης του ~, που νοσηλεύεται, που μένει στο δωμάτιο είκοσι. γ. το ~ (΄20), αντί 1920: H δεκαετία του ~. Γεννήθηκε το ~. || για τη χρονολογία άλλων αιώνων. δ. στα / τα ~, για ηλικία είκοσι (περίπου) χρόνων: Είναι / μπαίνει στα ~. Πάτησε / έφτασε τα ~.

[αρχ. εἴκοσι]

[Λεξικό Κριαρά]
είκοσι, αριθμητ.
  • Είκοσι:
    • (Ερωτόκρ. Β´ 369).

[αρχ. αριθμητ. είκοσι. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εικοσι- [ikosi] & (προφ.) εικοσ- [ikos], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από σύμφωνο : α' συνθετικό σε παρασύνθετες λέξεις παράγωγες από απόλυτα αριθμητικά από το είκοσι ένα ως και το είκοσι εννέα: (είκοσι πέντε) ~πενταετία, (είκοσι τέσσερα) ~τετράωρο, εικοστετράωρο.

[λόγ. < αρχ. εἰκοσ(ι)- θ. του αριθμτ. εἴκοσι ως α' συνθ.: αρχ. εἰκοσι-ετής `εικοσαετής΄]

[Λεξικό Κριαρά]
εικοσιάδα η,
βλ. εικοσάδα.
[Λεξικό Κριαρά]
εικοσιδύο, αριθμητ.· εικοσιδυό· ’κοσιδυό.
  • Εικοσιδύο:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 19725).

[μτγν. αριθμητ. εικοσιδύω (ή δύο). Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
Εικοσιένα το [ikosiéna] Ο (άκλ.) : η ελληνική επανάσταση του 1821 (γράφεται και ΄21): Οι ήρωες του ~.

[ουσιαστικοπ. αριθμτ. είκοσι + ένα (πρβ. ελνστ. αρσ. εἰκοσιείς)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εικοσιένα το [ikosiéna] & εικοσιμία η [ikosimía] Ο (άκλ.) : τυχερό παιχνίδι της τράπουλας, στο οποίο κερδίζει ο συνδυασμός καρτών αξίας είκοσι ενός πόντων· μπλακ τζακ: Ξενύχτησαν παίζοντας ~.

[ουσιαστικοπ. αριθμτ. είκοσι + ένα, μία μτφρδ. παλ. γαλλ. vingt-et-un]

[Λεξικό Κριαρά]
εικοσιένας, αριθμητ.· ’κοσένας.
  • Εικοσιένας:
    • (Φαλιέρ., Λόγ. 232).

[μτγν. αριθμητ. εικοσιείς. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
εικοσιεννέα, αριθμητ.
  • Εικοσιεννέα:
    • (Τριβ., Ρε 371).

[μτγν. αριθμητ. εικοσιεννέα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
εικοσιέξι, αριθμητ.· ’κοσέξι· ’κοσιέξι.
  • Εικοσιέξι:
    • (Αχέλ. 590).

[μτγν. αριθμητ. εικοσιέξ. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go