Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δοκάρι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δοκάρι το [δokári] Ο44 : 1. επίμηκες οριζόντιο στήριγμα από ξύλο, μέταλλο ή οπλισμένο σκυρόδεμα, με ορθογώνια συνήθ. διατομή, που χρησιμοποιείται στην οικοδομική· δοκός1: Tα ξύλινα δοκάρια της στέγης / της σκεπής. 2. (ποδ.) α. καθένα από τα επιμήκη ξύλα, δύο κάθετα και ένα οριζόντιο, που σχηματίζουν μαζί με τα δίχτυα την εστία· δοκός: H μπάλα χτύπησε στο ~ / αποκρούεται από το οριζόντιο ~. || (πληθ.) εστία: Yπερασπίζεται τα δοκάρια. β. χτύπημα της μπάλας στο δοκάρι: Στο πρώτο ημίχρονο είχαμε δύο δοκάρια και ένα γκολ.

[μσν. δοκάρι(ον) υποκορ. του αρχ. δο κ(ός) -άριον]

[Λεξικό Κριαρά]
δοκάρι(ο)ν το.
  • Δοκάρι, δοκός:
    • (Χούμνου, Κοσμογ. 691).

[<ουσ. δοκός + κατάλ. άρι(ο)ν. Η λ. (ιον) τον 7.-8. αι. (Preisigke-Kiessling)· βλ. και LBG. Τ. ι στο Βλάχ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go