Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διαχειρίζομαι
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαχειρίζομαι [δiaxirízome] Ρ2.1β : α. είμαι υπεύθυνος για την εκτέλεση ορισμένων και συνήθ. προγραμματισμένων ενεργειών που αφορούν την αντιμετώπιση των τρεχόντων οικονομικών προβλημάτων μιας οικονομικής μονάδας: ~ τα χρήματα μιας εταιρείας, είμαι υπεύθυνος για τις πληρωμές και για τις εισπράξεις. ~ μια περιουσία / ένα κληροδότημα. Δε διαχειρίζεται καλά τα οικονομικά του, οι δαπάνες του δεν είναι ανάλογες με τα εισοδήματά του και με τις ανάγκες του. β. κάνω μια σειρά από ενέργειες για να αντιμετωπίσω κάποιο πρόβλημα, για να ρυθμίσω κτ.: Διαχειρίστηκε με τον καλύτερο τρόπο τις υποθέσεις μου. || ~ την εξουσία / τα κοινά, ασκώ διοίκηση ως εκπρόσωπος του λαού.

[λόγ. < ελνστ. διαχειρίζομαι `σκοτώνω΄, αρχ. διαχειρίζω `διαχειρίζομαι΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες