Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διατροφή
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διατροφή η [δiatrofí] Ο29 : 1α. η ενέργεια του διατρέφω: Ο τρόπος διατροφής των Ελλήνων έχει αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες. Φυτά κατάλληλα για τη ~ των ζώων. β. το σύνολο των τροφών που παίρνει καθημερινά ο άνθρωπος για να τραφεί: H σωστή / υγιεινή ~ πρέπει να περιλαμβάνει πρωτεΐνες και υδατάνθρακες. Kατάστημα με είδη διατροφής. || Πλήρης ~, το πρωινό και τα δύο κύρια γεύματα που παρέχονται σε ξενοδοχείο, πανσιόν κτλ. γ. το σύνολο των υλικών μέσων (τροφή, ρουχισμός, στέγη κτλ.) τα οποία είναι απαραίτητα για τη ζωή του ανθρώπου· συντήρησηI2α. 2. μηνιαία χρηματική αποζημίωση που καταβάλλει ο ένας από τους δύο συζύγους για τη συντήρηση των παιδιών ή και του άλλου συζύγου, σε περίπτωση διαζυγίου και ύστερα από δικαστική απόφαση: Tο δικαστήριο τής έβγαλε προσωρινή / την οριστική ~. H εργαζόμενη γυναίκα δεν έχει δικαίωμα διατροφής.

[λόγ.: 1: αρχ. διατροφή· 2: σημδ. γαλλ. pension alimentaire]

[Λεξικό Κριαρά]
διατροφή η.
  • α) Διατροφή, συντήρηση:
    • (Έκθ. χρον. 7820
  • β) τρόφιμα, τα μέσα για συντήρηση:
    • κάτεργα Βενετίκων φέροντα διατροφάς και όπλα (Ιστ. πολιτ. 573
  • γ) διαβίωση:
    • εζήτησε … τόπον εις διατροφήν αυτού τε και των οικείων αυτού (Ιστ. πολιτ. 3713).

[αρχ. ουσ. διατροφή. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go