Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαλέγομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαλέγομαι [δialéγome] Ρ3β : (λόγ.) κάνω διάλογο, ανταλλάσσω σκέψεις με κπ.· συνδιαλέγομαι.

[λόγ. < αρχ. διαλέγομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go