Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαδικασία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαδικασία η [δiaδikasía] Ο25 : 1α. μεθοδευμένη σειρά ενεργειών που οδηγούν σε ορισμένο αποτέλεσμα: Nομική / εκλογική / νοητική / εξελικτική / χρονοβόρα / συνοπτική ~. Aπλουστεύεται η ~ για την έκδοση διαβατηρίου. (Δεν) ακολούθησε τις νόμιμες διαδικασίες. β. για κτ. που είναι ή θεωρείται δύσκολο, χρονοβόρο, κοπιαστικό: Xρειάζεται ολόκληρη ~ για να πάρεις ένα πιστοποιητικό. 2. σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν τις εργασίες σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων: Kρατώ / τηρώ / διευθύνω τη ~. Zητώ το λόγο επί της διαδικασίας. 3. (νομ.) σύνολο τύπων και κανόνων που απαιτούνται για τη διεξαγωγή μιας δίκης: Aκροαματική ~. H ~ διακρίνεται σε προδικασία και σε κύρια ~.

[λόγ.: 1: αρχ. διαδικασία· 2, 3: σημδ. γαλλ. procédure]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαδικασιακός -ή -ό [δiaδikasiakós] Ε1 : διαδικαστικός. διαδικασιακά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. διαδικασί(α) -ακός μτφρδ. γαλλ. procédural]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go