Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δεύτερος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
δεύτερος, αριθμητ. επίθ.
  • 1)
    • α) Που ακολουθεί μετά τον πρώτο:
      • (Προδρ. III 273-50 χφ P κριτ. υπ.
    • β) μικρότερος στην ηλικία, νεότερος:
      • Είχεν κι άλλους δύο αδελφούς δευτέρους από αύτον (Χρον. Μορ. H 1365).
  • 2) Άλλος:
    • τότες απού τα Χανιά δεύτεροι Τούρκοι βγαίνουν (Τζάνε, Κρ. πόλ. 45018).
  • 3) Που έχει δευτερεύουσα, μικρότερη αξία, υποδεέστερος (σε αντιδιαστολή με το υψηλός):
    • (Διήγ. παιδ. 394).
  • 4) (Με γεν.) όμοιος με κάπ.:
    • (Διγ. Gr. 2101).
  • 5) (Με το ουσ. παρουσία, προκ. για τη «δευτέρα παρουσία»):
    • ευρείν έλεος … εν τῃ δευτέρᾳ και φρικτῄ αυτού παρουσίᾳ (Σεβήρ., Διαθ. 18915).
  • Το θηλ. Δευτέρα ως κύρ. όν. =
    • 1) Η δεύτερη μέρα της εβδομάδας:
      • (Μαχ. 66829).
    • 2) Η «ημέρα της κρίσεως», η «δευτέρα παρουσία»:
      • εν τῃ Δευτέρῃ τῃ φρικτῄ οι καθαροί … να χαρούν εις τα μονάς Κυρίου (Απολλών. 651).
  • Το ουδ. πληθ. ως ουσ. =
    • 1) (Προκ. για εξουσία) η δεύτερη θέση:
      • οι δυο βασιλείς εποίησαν Κωνστάντιον και Μαξιμιανόν … να έχουσι τα δεύτερα της εξουσίας αυτών (Χρονογρ. (Λαμψ.) 231).
    • 2) Έκφρ. εκ δευτέρου = για δεύτερη φορά, ξανά:
      • (Κορων., Μπούας 121).

[αρχ. αριθμητ. επίθ. δεύτερος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεύτερος -η -ο [δéfteros] Ε5 λόγ. θηλ. και δευτέρα αριθμτ. τακτ. : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός δύο: Ο Φεβρουάριος είναι ο ~ μήνας του χρόνου. Ο ~ τόμος του λεξικού. Γεώργιος ο ~ (B'). Ο ~') παγκόσμιος πόλεμος. Έχει δύο παιδιά από το δεύτερο γάμο του. Θα πάω στη δεύτερη προβολή, για κινηματογραφική ταινία, ως προς το χρόνο προβολής της την ίδια μέρα. Tαινίες δεύτερης / δευτέρας προβολής, ως προς το χρόνο προβολής τους από τότε που πρωτοεμφανίζονται στις οθόνες. || (θεολ.) Δευτέρα Παρουσία*. (έκφρ.) μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία*. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά τον πρώτο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): ~ καπετάνιος / μηχανικός. Πήρε το δεύτερο βραβείο. Εισιτήριο δευτέρας θέσεως. Mήλα / πορτοκάλια δευτέρας διαλογής. Είναι ακριβά αυτά τα αχλάδια· δώσ΄ μου από τα δευτερότερα. Ήρθε ~ στο τρέξιμο. || ~ εξάδερφος, το παιδί του πρώτου εξαδέρφου. || Δεύτερη κατοικία, συνήθ. το εξοχικό σπίτι. ΦΡ δεύτερο χέρι: α. για κτ. που είναι μεταχειρισμένο. β. για επανάληψη σε βάψιμο ή άλλες παρόμοιες εργασίες: Ο τοίχος πρέπει να περαστεί και δεύτερο χέρι. από δεύτερο χέρι, με έμμεσο τρόπο: Έμαθα τις πληροφορίες από δεύτερο χέρι. βάζω κπ. / κτ. σε δεύτερη μοίρα*. σε δεύτερο πλάνο*. ΠAΡ Kάλλιο πρώτος στο χωριό παρά ~ στην πόλη*. 3. για κτ. που επανεμφανίζεται ή που αποτελεί καινούριο τύπο ή μορφή του ίδιου πράγματος: H δεύτερη νεότητα. H συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση. 4. για κπ. ή για κτ. που μοιάζει ως προς τις ιδιότητες, τις ικανότητες ή τα χαρακτηριστικά με κάποιο γνωστό πρόσωπο, τόπο κτλ.· (βλ. άλλος): Aυτός ο μαραθωνοδρόμος είναι ένας ~ Λούης. Είναι μια δεύτερη Xιροσίμα. (έκφρ.) δεν υπάρχει ~ σαν αυτόν, είναι ο πρώτος, ο καλύτερος, ο ασυναγώνιστος. 5. (γραμμ.) δεύτερο πρόσωπο (ενικού / πληθυντικού), τύπος ρήματος ή αντωνυμίας που δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο μιλούμε. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψήφιους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. το δεύτερο: α. καθένα από τα δύο ίσα μέρη στα οποία έχει διαιρεθεί κτ.: Tο ένα δεύτερο του πληθυσμού, το μισό. β. το δεύτερο λεπτό, το δευτερόλεπτο: Ο αθλητής τερμάτισε σε πέντε πρώτα (λεπτά) και είκοσι δεύτερα. γ. το δεύτερο πάτωμα ενός σπιτιού: Mένει στο δεύτερο. 2. η δευτέρα: α. η δεύτερη ταχύτητα (σε ένα όχημα): Έβαλε δευτέρα, για να ανεβεί την ανηφόρα. β. η δεύτερη χρονιά σχολικών σπουδών: Ο δάσκαλος της δευτέρας είναι πολύ αυστηρός. γ. (μαθημ.) η δεύτερη δύναμη: Yψώνω έναν αριθμό στη δευτέρα π.χ. χ 2, στο τετράγωνο. δ. η δεύτερη μέρα: Tη δευτέρα Mαρτίου. 3. ο δεύτερος: α. ο δεύτερος όροφος: Mένει στο δεύτερο. β. (ναυτ.) αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού που βρίσκεται μετά τον πλοίαρχο στη διοίκηση ενός πλοίου. γ. ο μήνας Φεβρουάριος, κατά την ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-02-1900, πρώτη δευτέρου. δεύτερον ΕΠIΡΡ δηλώνει τη σειρά με την οποία αναφέρεται κτ. στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο: Πρώτον δε θ΄ αντιμιλάς, ~ δε θα γκρινιάζεις. Σήμερα είμαι πολύ απασχολημένη· πρέπει πρώτον να ψωνίσω, ~ να μαγειρέψω και τρίτον να σιδερώσω.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. δεύτερος (I4: λόγ. σημδ. γαλλ. second· II2α: σημδ. γαλλ. seconde)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go