Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βροντώδης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βροντώδης -ης -ες [vrondóδis] Ε11 : που μοιάζει με βροντή· βροντερός: ~ φωνή.

[λόγ. < ελνστ. βροντώδης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go