Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βεντέτα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
βεντέτα η· βεντέττα.
  • Εκδίκηση:
    • από το αίμαν … του ανδρός της να πάρουν βεντέτταν (Μαχ. 3344).

[<ιταλ. vendetta. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βεντέτα 1 η [vendéta] Ο25 : αλληλοδιάδοχοι φόνοι ανάμεσα στα μέλη δύο εχθρικών οικογενειών, οι οποίοι γίνονται για αντεκδίκηση: Mανιάτικη / οικογενειακή ~. H ~ παλαιότερα ξεκλήριζε ολόκληρες οικογένειες.

[ιταλ. vendetta]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βεντέτα 2 η : 1. διάσημο πρόσωπο, κυρίως από το χώρο του θεάματος: ~ του θεάτρου / του κινηματογράφου / του ποδοσφαίρου / του τραγουδιού. 2. χαρακτηρισμός για κπ. που συμπεριφέρεται εκκεντρικά και υπεροπτικά: Aπέκτησε κάποια φήμη κι έγινε ~. Mη μας κάνεις τη ~.

[λόγ.(;) < γαλλ. vedett(e) ή μέσω του ιταλ. vedetta]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go