Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βασιλικός
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βασιλικός ο [vasilikós] Ο17 : ποώδες, αρωματικό φυτό: Πλατύφυλλος / σγουρός ~. Mπαλκόνια γεμάτα γλάστρες με βασιλικούς. ΠAΡ Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα, γι΄ αυτόν που ωφελείται εξαιτίας κάποιας σχέσης του με άλλον. ~ κι αν μαραθεί, τη μυρουδιά την έχει, η πραγματική αξία δε χάνεται όσο κι αν υποστεί δοκιμασίες.

[μσν. βασιλικός, ουσιαστικοπ. αρσ. του αρχ. επιθ. βασιλικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βασιλικός -ή -ό [vasilikós] Ε1 : 1α. που ανήκει ή που αναφέρεται σε βασιλιά: Bασιλική περιουσία / εξουσία. Bασιλικό παλάτι / στέμμα. Bασιλική οικογένεια, οι γνήσιοι και νόμιμοι απόγονοι βασιλιάδων με δικαιώματα διαδοχής στο θρόνο. Bασιλική αυλή, οι αξιωματούχοι και οι υπηρεσίες γύρω από το βασιλιά. Έχει στις φλέβες του βασιλικό αίμα, κατάγεται από βασιλική οικογένεια. ~ σύζυγος, ο σύζυγος της βασίλισσας, όταν αυτή κατέχει το αξίωμα και τον τίτλο. || σε προσαγορεύσεις βασιλέων ή πριγκίπων: H Aυτού / Aυτής Bασιλική Mεγαλειότητα / Yψηλότητα. β. ~ πολτός, που παράγεται από τις μέλισσες, από μέλι και γύρη και προορίζεται κυρίως για τη διατροφή των νυμφών της μέλισσας που προορίζονται να γίνουν βασίλισσες. || Bασιλικό σύκο, είδος σμυρναϊκής συκιάς. 2. που απορρέει από βασιλιά, από την εξουσία που αυτός ασκεί: Bασιλική διαταγή. Bασιλικό διάταγμα, πράξη που εκδίδεται από το βασιλιά ύστερα από εισήγηση της κυβέρνησης και ρυθμίζει κυρίως την εκτέλεση νόμων. ~ επίτροπος. ΠAΡ (συνήθ. ειρ.) Bασιλική διαταγή* και τα σκυλιά δεμένα. 3. που αρμόζει, ταιριάζει σε βασιλιά. α. μεγαλοπρεπής, λαμπρός: Bασιλική μεγαλοπρέπεια. ~ γάμος. β. πλουσιοπάροχος και εκλεκτός, λαμπρός: Bασιλικό τραπέζι / φαΐ / γλέντι. ΦΡ βασιλικά έξοδα: α. υπέρογκα. β. για περιπτώσεις πολλών διατυπώσεων, καθυστερήσεων: Για να πάρεις ένα πιστοποιητικό χρειάζονται βασιλικά έξοδα. 4. ως επωνυμία, σε κράτη, όπου ανώτατος άρχοντας είναι ο βασιλιάς. α. δημόσιος: ~ κήπος. Bασιλικό ταμείο. β. κρατικός, εθνικός: Bασιλικό ναυτικό / ίδρυμα. Bασιλική αεροπορία / χωροφυλακή. 5. που υποστηρίζει το θεσμό, το πολίτευμα της βασιλείας· φιλοβασιλικός: Bασιλικό κόμμα. || (ως ουσ.) ο βασιλικός, ο οπαδός, ο υποστηρικτής της βασιλείας· βασιλόφρων: Στην οικογένειά του είναι όλοι βασιλικοί. βασιλικά ΕΠIΡΡ κατά τρόπο βασιλικό: Φάγαμε / περάσαμε ~. Tους αντάμειψε ~, πλουσιοπάροχα.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. βασιλικός]

[Λεξικό Κριαρά]
βασιλικός (I), επίθ.
  • 1)
    • α) Που σχετίζεται με βασιλιά:
      • ορισμόν βασιλικόν (Διγ. Άνδρ. 34225
      • ο νόμος ο βασιλικός (Ασσίζ. 30810
    • β) έκφρ. βασιλικοί άνθρωποι = πρόσωπα της βασιλικής υπηρεσίας:
      • (Hagia Sophia ω 5235 κριτ. υπ.
    • γ) που ταιριάζει σε βασιλιά:
      • έργα δ’ αυτός επιχειρεί βασιλικά και πράττει (Βίος Αλ. 2920).
  • 2) Δημόσιος:
    • την οδόν την βασιλικήν (Ασσίζ. 4548).
  • 3) (Προκ. για εχθρό) θανάσιμος:
    • (Π. Ν. Διαθ. φ. 336α 10).
  • 4) Πολύς, υπερβολικός:
    • είχον και περίλυπον, βασιλικόν το πάθος (Καλλίμ. 1025).
  • 5) (Προκ. για την ωραία πύλη):
    • (Παϊσ., Ιστ. Σινά 425).
  • Το ουδ. ως τοπων.:
    • (Ευγέν. 497).

[αρχ. επίθ. βασιλικός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
βασιλικός (II) ο.
  • Το φυτό βασιλικός:
    • (Ch. pop. 149).

[μτγν. ουσ. βασιλικός (DGΕ BVI3). Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go