Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αύτως
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
αυτώς, επίρρ.
  • Mε τον ίδιο τρόπο, ομοίως:
    • (Aσσίζ. 721).

[<αντων. αυτός. Πβ. το αρχ. επίρρ. αύτως. H λ. και σήμ. κυπρ. (Σακ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go