Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αστός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αστός ο [astós] Ο17 θηλ. αστή [astí] Ο29 : 1.ο κάτοικος της πόλης, κυρίως ο κάτοικος των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. 2. (ιστ.) κατά το Mεσαίωνα, αυτός που ανήκε στη μεσαία τάξη των εμπόρων, των ναυτικών: Ο βασιλιάς στηρίχτηκε στους αστούς για να χτυπήσει τους ευγενείς. Mε τη γαλλική επανάσταση η εξουσία πέρασε στους αστούς. 3α. αυτός που, σύμφωνα με τη μαρξιστική ορολογία, ανήκει στην αστική τάξη, στο κοινωνικό στρώμα που κατέχει τα μέσα παραγωγής και χρησιμοποιεί εξαρτημένη μισθωτή εργασία: Aστοί και προλετάριοι. β. (συνήθ. ως επίθ.) αυτός που δέχεται την αστική ιδεολογία και υποστηρίζει την αστική τάξη: ~ πολιτικός / διανοούμενος / φιλόσοφος.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀστός· 2, 3: σημδ. γαλλ. bourgeois· λόγ. αστ(ός) -ή]

[Λεξικό Γεωργακά]
αστός [astós] ο, (L)
  • ① inhabitant of a city, city dweller, burgher, townsman (ant αγρότης, χωρικός):
    • το εισόδημα του αγρότου είναι πολύ μικρότερο από το εισόδημα του αστού (Angelop, adapted) |
    • ο ~ στρέφει τη ράχη του στο χωριάτη, δε θέλει μήτε να τον βλέπει (Karantonis)
  • ② middle-class person, bourgeois (syn μπουρζουάς):
    • οι προτάσεις του απέβλεπαν .. στην ενίσχυση των αστών απέναντι των μεγάλων οικογενειών της Πελοποννήσου (Vacalop) |
    • όλες οι εφευρέσεις προέρχονται από αυτούς, τους οποίους κατηγορεί το σύστημα του Mαρξ ότι είναι οι αστοί (Theodorakop) |
    • ο Σ., εμπρός σε τέτοια επίδειξη κομμουνιστικής δύναμης, θεωρείται από τους αστούς ανήμπορος (ChZalokostas) |
    • αυτός ο συγγραφέας .. ήταν ~, αφού κοντέσες και μπανκέρηδες έβαζε στα βιβλία του (Tsirkas)

[fr kath αστός ← K (also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go