Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αστράγαλος
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αστράγαλος ο [astráγalos] Ο20α : 1α.μικρό οστό που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ταρσού, ανάμεσα στην κνήμη και στη φτέρνα: Kάταγμα αστραγάλου. || το αντίστοιχο τμήμα του ποδιού: Έχει λεπτούς / φίνους αστραγάλους. Mακριά φούστα που φτάνει ως τον αστράγαλο / ως τους αστραγάλους. β. μικρό οστό στο γόνατο του πίσω ποδιού των δίχηλων ζώων· κότσι1: Aστράγαλοι από κατσίκι / από αρνί. || (συνήθ. πληθ.) παιχνίδι με αστραγάλους· τα κότσια. 2. (συνήθ. πληθ.) στην αρχαία αρχιτεκτονική, ανάγλυφα, συνήθ. ωοειδή, κοσμήματα στο επιστύλιο και στους κίονες οικοδομημάτων ιωνικού ή κορινθιακού ρυθμού. 3. (βοτ.) γένος φυτών.

[1: αρχ. ἀστράγαλος· 2, 3: λόγ. < ελνστ. ἀστράγαλος]

[Λεξικό Κριαρά]
αστράγαλος ο· αστράγγαλος· ’στράγγαλος.
  • O αστράγαλος, το σφυρό:
    • (Πανώρ. A´ 425).

[αρχ. ουσ. αστράγαλος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αστράγαλος [astráγalos] ο,
  • ① anklebone, ankle (syn αστραγάλι):
    • έσπασε, στραμπούληξε τον αστράγαλο |
    • ενός στρατιώτη έκοψαν το πόδι απ' τον αστράγαλο (ChZalokostas) |
    • του περνάνε στα πόδια, στους αστραγάλους, τις αλυσίδες (Petsalis) |
    • το σώβρακο έφτανε ως κάτω και το 'δενε στους αστραγάλους με κορδόνια (Tsirkas) |
    • στη θέα μόνο των γυναικείων αστραγάλων οι νέοι αλλοιθώριζαν και αναλύονταν σε επιφωνήματα (Skouzes)
  • ② usu pl αστράγαλοι οι, game played w. animal knucklebones or similar shaped objects, knucklebones (syn κότσια):
    • poem .. το αγόρι του Αμφιδάμα | αστόχαστα, άθελά μου εσκότωσα, σαν παίζαμε αστραγάλους (Homer Il 23.88 Kaz-Kakr)
  • ③ AG archit convex molding, astragal, bead-and-reel ornament:
    • τοίχος στολισμένος με αστραγάλους |
    • στο λαιμό και στον ώμο των αγγείων γραπτή διακόσμηση ταινιών, .. κυματίου και αστραγάλου (DLazaridis) |
    • επάνω από τον τροχίλο θα πρέπει να φανταστούμε .. ένα αστράγαλο (Bakalakis)

[fr postmed, MG αστράγαλος ← Κ (also pap), AG; cf στράγαλος = ἀστράγαλος (Vita Aesop.) & postmed στράγαλος (Γύπαρις)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες