Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απροστάτευτος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απροστάτευτος -η -ο [aprostáteftos] Ε5 : 1.(για έμψ.) α. που δεν έχει την προστασία (φροντίδα και υποστήριξη) που χρειάζεται: Παιδιά ορφανά και απροστάτευτα. Ένας γέρος άρρωστος και ~. β. που δεν έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει μια αρνητική γι΄ αυτόν κατάσταση: Ο καταναλωτής μένει ~ και εκτεθειμένος στην παραπλανητική διαφήμιση / στην κερδοσκοπία ορισμένων εμπόρων. Ο πρωτόγονος άνθρωπος ήταν ~ από την καταστρεπτική μανία των στοιχείων της φύσης. 2. για κτ. που δεν το προστατεύουμε, δεν το προφυλάσσουμε από κάποιο κίνδυνο ή από τη φθορά: Tο σώμα δεν πρέπει να μένει απροστάτευτο από το κρύο / από τον ήλιο. || ανοχύρωτος ή αφρούρητος: Δεν πρέπει να αφήσουμε απροστάτευτα τα σύνορα. απροστάτευτα ΕΠIΡΡ.

[ελνστ. ἀπροστάτευτος]

[Λεξικό Γεωργακά]
απροστάτευτος, -η, -ο [aprostáteftos]
  • ① not covered, unprotected, unguarded (syn απροφύλαχτος, αφύλαχτος, ant προφυλαγμένος):
    • τ' αεροπλάνα, βλέποντας το στρατό απροστάτευτο από τον αέρα, χαμήλωσαν, άρχισαν να πολυβολούν (Terzakis) |
    • νηστικοί, όπως ήταν κι απροστάτευτοι απ' το κρύο, σίγουρα θα κοκκαλώνανε (TAthanasiadis) |
    • ο στρατός του θα αποβιβαζόταν σε αφρούρητο, σε απροστάτευτο μέρος (Fteris) |
    • η θάλασσα κοντά στις εκβολές του ποταμού είναι απροστάτευτη από τους ανέμους (Varelas, adapted)
  • ② not cared for, unaided, unprotected (near-syn αβοήθητος, ανυπεράσπιστος2 1):
    • απροστάτευτοι εργάτες |
    • απροστάτευτο κορίτσι, μωρό |
    • οικονομικά ασθενής και ~| πέθανε κι άφησε απροστάτευτο ένα αγοράκι |
    • ο Τύπος είναι ~και εκτεθειμένος στο κέφι των ισχυρών (Athanasiadis-N) |
    • ο ριστός και η Παναγία δεν αφήνουν κανέναν απροστάτευτο (Bastias) |
    • η συμφορά άφησε τους σκλάβους μόνους κι απροστάτευτους (Sardelis)

[fr PatrG, LK ἀπροστάτευτος, cpd w. *προστατευτός (: προστατεύω)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go