Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: απάντηση
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απάντηση η [apándisi] Ο33 : 1.γραπτή ή προφορική διατύπωση της άποψής μου πάνω σε ένα θέμα για το οποίο ρωτήθηκα: Δίνω / παίρνω / περιμένω ~. Θετική / αρνητική / λακωνική ~. Tο παιχνίδι των ερωτήσεων και απαντήσεων. H μαιευτική μέθοδος του Σωκράτη στηριζόταν στις ερωτήσεις και στις απαντήσεις. Tο γράμμα / η αίτησή μου έμεινε χωρίς ~. Πήρα την απάντησή σου, το γράμμα σου. (έκφρ.) δίνω / παίρνω πληρωμένη* ~. η σιωπή* μου προς απάντησή σου. 2. η λύση που δίνεται σ΄ ένα πρόβλημα, σ΄ ένα θέμα: H ~ στο ενεργειακό πρόβλημα είναι η ηλιακή ενέργεια. Mερικοί έχουν έτοιμες απαντήσεις για όλα τα ζητήματα. 3. ανταπόκριση σ΄ ένα κάλεσμα: Xτύπησα την πόρτα αλλά δεν πήρα ~.

[λόγ.: 1: αρχ. ἀπάντη(σις) -ση· 2, 3: σημδ. του απόκριση & γαλλ. réponse]

[Λεξικό Γεωργακά]
απάντηση [apándisi] η, gen απάντησης & απαντήσεως, pl απαντήσεις (D απάντησες)
  • answer, reply, response (syn απόκριση):
    • άσχετη, καλή, λανθασμένη, σωστή ~ |
    • ευγενικιά, θαρραλέα ~ |
    • εύστοχη ~ retort, riposte |
    • phr πληρωμένη ~ answer which silences the questioner |
    • δεν είναι ~ αυτή |
    • τον χαιρέτησα κι αυτός για ~ μούγκρισε |
    • αν ρωτήσετε ποια είναι η πηγή αυτών των αξιών, θα πάρετε τις πιο σκοτεινές απάντησες (Glinos)

[fr postmed, MG απάντησις ← PatrG, K (LXX, also pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go