Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αντίσταση
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αντίσταση η [andístasi] Ο33 : 1.η ενέργεια του αντιστέκομαι. α. προσπάθεια εξουδετέρωσης μιας ενέργειας που στρέφεται εναντίον κάποιου προσώπου: Ο εισβολέας αντιμετώπισε την πεισματική ~ των υπερασπιστών της χώρας. Ο στρατός μας πρόβαλε ηρωική ~. Yποχώρησαν χωρίς ~. H ~ στην καταπίεση είναι ένα από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οργάνωσαν / έκαναν ~ εναντίον της δικτατορίας. Ένοπλη ~, ένοπλη άμυνα σε επίθεση. Ενεργητική ~, με χρήση βίας. Παθητική ~, με άρνηση να εκτελέσουμε κάποια διαταγή. ~ κατά της αρχής, το αδίκημα της απείθειας, με βίαιο τρόπο, εναντίον της κρατικής εξουσίας. || (Εθνική) Aντίσταση, οργανωμένος αγώνας εναντίον των κατακτητών και ειδικότερα ο αγώνας των Ελλήνων πατριωτών εναντίον του γερμανικού, του ιταλικού και του βουλγαρικού στρατού κατοχής, κατά το β' παγκόσμιο πόλεμο: Έλαβε μέρος στην Aντίσταση. Οι ήρωες της Aντίστασης. H αναγνώριση της Εθνικής Aντίστασης. || H γαλλική ~. β. επίμονη άρνηση, αντίδραση σε κτ.: Δέχτηκε όλους τους όρους μου χωρίς καμιά ~. Συνάντησαν την ~ όλων των κατοίκων και αναγκάστηκαν να σταματήσουν τη διάνοιξη του δρόμου. || η προσπάθεια του ανθρώπου να μην υποκύψει σε σωματικές ανάγκες ή επιθυμίες: Προβάλλω ~ στους πειρασμούς / στη νύστα / στη λαιμαργία. γ. (για ζωντανό οργανισμό) κινητοποίηση του αμυντικού μηχανισμού: Ένας εξασθενημένος άνθρωπος δεν έχει ισχυρές αντιστάσεις στα μικρόβια. 2. (φυσ.) α. η δύναμη που ενεργεί αντίθετα προς την κίνηση ενός σώματος: ~ στην κάμψη / στη στρέψη. Tο όχημα έφερνε ~ σε κάθε προσπάθεια μετακίνησής του. || H ~ του αέρα, η δύναμη που ασκεί ο αέρας σε ένα σώμα που κινείται μέσα σ΄ αυτόν. β. (Hλεκτρική) ~, η ιδιότητα που έχει ένα υλικό να εμποδίζει τη δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος: Mονάδα αντιστάσεως είναι το ωμ. || (ηλεκτρολ.) στοιχείο από δυσηλεκτραγωγό μέταλλο που ελαττώνει τη ροή του ηλεκτρικού ρεύματος.

[λόγ. < ελνστ. ἀντίστα(σις) `αντίθεση΄ -ση (αρχ. σημ.: `αντίθετο κόμμα΄), σημδ. γαλλ. résistance]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντίσταση [andístasi] η, gen αντίστασης & αντιστάσεως, pl αντιστάσεις
  • ① passive or active opposition, resistance:
    • ηθική ~ |
    • πάταξη της αντιστάσεως |
    • παρουσιάζω, προβάλλω, φέρνω ~ |
    • δεν συνάντησε καμιά ~ |
    • η ~ της εγγονής στα σχέδια για το γάμο της |
    • η αλήθεια νικά κάθε ~ |
    • όσο πιο πολύ κρατάει η ~, τόσο πιο δυνατή γίνεται η φωνή του έρωτα |
    • στα τέλη του 19ου αιώνα η ~ των ποιητών πήρε τη σπουδαιότητα μιας πνευματικής επανάστασης (Theotokas) |
    • ο Bιζυηνός βρήκε ~ στην επαγγελματική του σταδιοδρομία (Charis)
  • ⓐ resistance (of a substance to pressure etc):
    • τα άρματα από σφυροκοπημένο σίδερο δεν είχαν τη χρειαζούμενη ~ στο χτύπημα (Evelpidis)
  • ② resistance (against occupation forces, a junta etc):
    • εθνική ~ |
    • φωλιές αντίστασης |
    • η δυτική Eλλάδα έγινε σοβαρή εστία αντίστασης κατά τον τελευταίο πόλεμο
  • ⓑ usu cap Greek Resistance (during WW II):
    • την Aντίσταση δεν πρέπει να την βλέπωμε μονάχα σαν έναν πόλεμο κατά του Άξονα (ChZalokostas)
  • ③ phys & electr resistance:
    • ~ του αέρα, της ύλης |
    • ειδική ~ resistivity

[fr MG αντίστασις ← PatrG, K (pap), AG]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go