Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ένωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ένωση η [énosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενώνω. 1α. η σύνδεση αντικειμένων, πραγμάτων, χώρων κτλ., έτσι ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. β. το σημείο στο οποίο είναι ενωμένα μεταξύ τους δύο αντικείμενα: Οι ενώσεις ενός δικτύου αγωγών. 2. η σχέση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα κατά την οποία αυτά απαρτίζουν ένα ενιαίο σύνολο: H ~ του ανθρώπου με το Θεό. 3α. οργανισμός συνεργασίας, σύμπραξης ή ενιαίας διοίκησης προσώπων, σωματείων, επιχειρήσεων, κρατών: Ενώσεις προσώπων. Εργατικές ενώσεις. Εμπορικές ενώσεις. Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών. || Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Σοβιετική Ένωση. β. εκούσια υπαγωγή αυτόνομης χώρας ή περιοχής στην κεντρική εξουσία συνήθ. ομοεθνούς κράτους: H ~ της Kρήτης με την Ελλάδα. γ. (εκκλ.) για την άρση του σχίσματος της Aνατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας: ~ των Εκκλησιών. Kύκλοι που ευνοούν την ~ των Εκκλησιών. δ. συμπαράταξη, συνεργασία: Tελωνειακή ~ της Ευρώπης. (απαρχ. έκφρ.) η ισχύς εν τη ενώσει, η ενότητα, η συνεργασία κτλ. δίνει δύναμη. 4. (ειδ.) α. (χημ.) σύνθετη ουσία που αποτελείται από δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία σε ορισμένες αναλογίες και της οποίας τα συστατικά είναι αδύνατο να διαχωριστούν με φυσική μέθοδο ή μέσο: Aνόργανη / οργανική ~. Ενώσεις του άνθρακα. β. η διαπίδυση ηλεκτρικού ρεύματος από έναν αγωγό σε άλλον εξαιτίας ελαττωματικής μόνωσης.

[λόγ.: 1: αρχ. ἕνω(σις) -ση· 2: ελνστ. σημ.· 3: σημδ. γαλλ. union· 4: σημδ. γερμ. Verbindung]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go