Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έλεος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έλεος το [éleos] Ο47 : 1.η αγάπη, η συμπάθεια του ανθρώπου προς αυτόν που παθαίνει κτ. και η διάθεσή του να τον βοηθήσει· οίκτος, ευσπλαχνία, συμπόνια: Xωρίς ~, χωρίς οίκτο, χωρίς λύπη, ανηλεώς: Tον χτυπούσαν χωρίς ~ για πολλή ώρα και ύστερα τον εγκατέλειψαν αιμόφυρτο. Zητώ ~ από κπ., ζητώ να με λυπηθεί. Δεν έχει ~, δεν αισθάνεται οίκτο, συμπόνια, είναι αμείλικτος, ανελέητος. || (ειδικότ., στη βιβλική θεολογία) η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο που έχει αμαρτήσει: Tο ~ των ανθρώπων είναι απόρροια του ελέους του Θεού. Aμέτρητο το ~ και η χάρη σου, Παναγία. Πήγαινε στο ~ του Θεού, ως ευχή. ΦΡ (βρίσκομαι / είμαι κτλ.) στο ~ του Θεού, εντελώς αβοήθητος. (είμαι) στο έλεος κάποιου, στην αυθαίρετη θέληση κάποιου: H πόλη ολόκληρη παραδόθηκε στο ~ των βαρβάρων. || ελέω* επίρρ. || (ειδ.) αδελφή / αδελφός του ελέους, μοναχή ή μοναχός του ρωμαιοκαθολικού δόγματος που προσφέρει φιλανθρωπική υπηρεσία (συνήθ. σε νοσοκομείο, πτωχοκομείο κτλ.). 2. ό,τι προσφέρεται από έλεος: Tα ελέη του Θεού, τα αγαθά που μας προσφέρει. || ελεημοσύνη: Zούσαν με το ~ του ενός και του άλλου. (έκφρ.) πλούσια* τα ελέη σου. δεν έχω ~, δεν έχω καθόλου χρήματα, ούτε για να δώσω ελεημοσύνη. || επιφωνηματικά, ως παράκληση προς κάποιον να μας λυπηθεί και να συγχωρέσει ή να βοηθήσει: ~, χριστιανοί!

[λόγ. < ελνστ. ἔλεος τό < αρχ. ἔλεος ὁ μεταπλ. σε ουδ. κατά το πάθος]

[Λεξικό Κριαρά]
έλεος το.
  • 1) Ευσπλαχνία:
    • την άφατον του Θεού μακροθυμίαν και πολύ έλεος (Ωροσκ. 386).
  • 2)
    • α) Βοήθεια:
      • ολπίζω εις έλεος Χριστού (Χρον. Μορ. H 25
    • β) ελεημοσύνη:
      • το έλεος εις τους πτωχούς (Σπαν. A 509
    • γ) (στον πληθ.) αγαθά:
      • ελέη σου τα πλούσια, Θεέ μου, χάρισέ μας (Ιστ. Βλαχ. 2569).

[μτγν. ουσ. έλεος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go