Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άνανδρος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Γεωργακά]
άνανδρος s. άναντρος.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άνανδρος -η -ο [ánanδros] Ε5 : α.που είναι δειλός, που δεν έχει το θάρρος να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο και που συνήθ. επιτίθεται εκεί όπου ξέρει ότι δε θα συναντήσει αντίσταση: Ο ~ εισβολέας επιτέθηκε ύπουλα εναντίον της πατρίδας μας. || (ως ουσ.) ο άνανδρος. β. που χαρακτηρίζει έναν άνανδρο άνθρωπο: Άνανδρη επίθεση τρομοκρατών στο κέντρο της πόλης. || Είναι άνανδρο να χτυπάς πισώπλατα / να συκοφαντείς, κρυμμένος πίσω από την ανωνυμία. άνανδρα ΕΠIΡΡ: Φέρθηκε ~. Xτύπησαν ~ τους αμάχους.

[λόγ. < αρχ. ἄνανδρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go