Basic Lexicon of Ancient Greek

Go

Search options

Results for: "Β*"

5 items total [1 - 5]
βαρύς
ΕΠΙΘΕΤΟ Α. αυτός που έχει βάρος, ασήκωτος, δυσβάσταχτος |για πράγματα |βαριά οπλισμένος |για στρατό Β. 1. ενοχλητικός, φορτικός, δυσάρεστος, δυσβάσταχτος, καταθλιπτικός, βλαβερός |για πρόσωπα και καταστάσεις |αυστηρός, άγριος, εχθρικός |σοβαρός, σημαντικός, ισχυρός 2. αργός, δυσκίνητος |για σωματική κατάσταση Γ.δυνατός, οξύς, βαθύς, βαρύς |για ήχους φυσικούς, μουσικών οργάνων, και για την προσωδία |έντονος, βαρύς, δυσάρεστος |για οσμές |ΕΠΙΡΡΗΜΑ ενοχλητικά, πιεστικά, φορτικά, βαριά |με τα ρ. φέρω και ἔχω
βία
Α.σωματική δύναμη, ισχύς, σθένος, αλκή |με κύρ.όν. ή επίθ. σε γεν.=ο γενναίος..., ο ανδρείος... |πνευματική ικανότητα Β. κατάχρηση δύναμης, άσκηση βίας, εξαναγκασμός, βαρβαρότητα |ανάγκη, ώθηση, πίεση |εξωτερική δύναμη, όχι φυσική (αντ. φύσις) |επιστημ. |οργή |προσωποποίηση |ως επίρρημα βίᾳ, πρός βίαν, μετά βίας, ὑπό βίας, ἐκ βίας=δια της βίας, χωρίς τη θέληση κπ. |βίᾳ με γεν. |φρ. βίᾳ (αντ. ἑκών)
βουλεύω
Α. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ 1. σκέφτομαι |σχεδιάζω, μηχανεύομαι |με αιτ. πράγμ. 2. αποφασίζω να κάνω κτ. 3. δίνω γνώμη, συμβουλεύω 4. είμαι μέλος βουλής, είμαι βουλευτής Β.ΜΕΣΟ 1.σκέφτομαι, μελετώ για να αποφασίσω |απόλ. 2. συσκέπτομαι ως μέλος συμβουλίου για λήψη απόφασης 3. αποφασίζω να κάνω κτ. Γ. ΠΑΘΗΤΙΚΟ κτ. ορίζεται ή αποφασίζεται μετά από σκέψη |φρ. τά βεβουλευμένα=οι αποφάσεις
βουλή
Α. 1. συμβουλή, νουθεσία |βούληση, θέλημα των θεών 2. σκέψη, γνώμη |στον πληθ. σχέδια, γνώμες 3. πρόταση, απόφαση μετά από σύσκεψη, ψήφισμα Β. 1. κάθε συμβούλιο, συνέδριο γερόντων 2. (στην Αθήνα) η βουλή των πεντακοσίων, οι βουλευτές |φρ. τα ψηφίσματα της εκκλησίας του δήμου αρχίζουν με τη φράση ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ=η βουλή και οι πολίτες αποφάσισαν |φρ. συλλέγω τὴν βουλὴν=συγκαλώ τη βουλή |φρ. βουλὴν ποιεῖσθαι=βουλεύεσθαι |φρ. βουλῆς εἶναι=είμαι μέλος της βουλής
βούλομαι
Α. 1. θέλω, επιθυμώ, έχω τη βούληση |με απρφ. |με αιτ. πράγμ. και δοτ. προσ. |με αιτ. και απρφ. |απόλ. |έχω την τάση |συνήθ. σε 3. προσ. με απρφ. |επιστήμη και φιλοσοφία 2. προτιμώ, προκρίνω, θέλω περισσότερο |με το μᾶλλον ή το 3. εννοώ, θέλω να πω, ισχυρίζομαι Β. |φρ. βούλει ή βούλεσθε με υποτ. |ενισχυτικό της προτρ. υποτ. |φρ. εἰ βούλει |ευγενικά |φρ. τὶ βουλόμενος=με ποιο σκοπό |φρ. βουλομένῳ τινί έστι με απρφ.=είναι σύμφωνο με την επιθυμία κπ. |η μτχ. ως ουσ. ὁ βουλόμενος=όποιος θέλει, ο καθένας
< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go