μορφή 1 [morph]

μορφή 1 [morph]

Μορφή είναι η πραγμάτωση ενός μορφήματος . Καθώς το μόρφημα αποτελεί αφηρημένη μονάδα του γλωσσικού συστήματος , στην πραγμάτωση της ομιλίας αντιπροσωπεύεται από μορφές, οι οποίες στο φωνολογικό επίπεδο εκφράζονται με ακολουθίες φωνημάτων και σε επίπεδο ουσίας (ύλης) πραγματώνονται είτε με ακολουθίες φθόγγων (προφορικός λόγος) είτε με γραφήματα (γραπτός λόγος). Π.χ. στη φωνητική ακολουθία [΄aγrafos] (σε φωνολογικό επίπεδο /΄aγrafos/) υπάρχουν οι μορφές [a] (ή /a/), [γraf] (ή /γraf/) και [os] (ή /os/), οι οποίες αποτελούν πραγματώσεις των μορφημάτων {στέρηση}, {'γραφ', δηλ. η ενέργεια του γράφειν} και {επίθετο, αρσενικό, ονομαστική πτώση, ενικός αριθμός} αντίστοιχα. Ομοίως και στον γραπτό λόγο: τα γραφήματα <α>, <γραφ>, <ος> συνιστούν πραγματώσεις των παραπάνω μορφημάτων.

Μ. Θεοδωροπούλου

Πηγές

  • Lyons, J. 1968. Introduction to Theoretical Linguistics. Cambridge: Cambridge University Press.

 

Πεδίο

μορφολογία