Epitome of the Kriaras Dictionary

Go

Search options

Basket

Results for: βόλτα
1 item total
βόλτα η.
  • Στροφή:
    • έκαμαν βόλταν λάμνοντας (Απόκοπ. 332).

[<ιταλ. volta. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go