ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός 

Η χρήση της γλώσσας στα μη γλωσσικά μαθήματα: ο λόγος των επιστημών [Ε7] 

Μαρία Αραποπούλου & Γιαννούλα Γιαννουλοπούλου (2001) 

Κείμενο 8: Martin, J.R. 1993. Literacy in science: Learning to handle a text as technology. Στο Writing Science. Literacy and Discursive Power, επιμ. M. A. K. Halliday & J. R. Martin, 166-202. Λονδίνο: The Falmer Press, σελ 197-200, ©.

Αφήγηση (Φαντασία)

Ο αφηγηματικός λόγος δεν συναντάται σε εγχειρίδια των φυσικών επιστημών· όμως, οι πρόσφατες οδηγίες της NSW για την εκπαίδευση, στο Writing K12 Syllabus περιέχουν τον ακόλουθο κατάλογο προτεινόμενων τύπων γραπτού λόγου για τις φυσικές επιστήμες, με πρώτη την αφήγηση:

  • ιστορίες στη Φυσική και τη Γεωπονία, ιδιαίτερα επιστημονικής φαντασίας
  • προσωπικές αναφορές και περιγραφές παρατηρήσεων
  • θεατρικά έργα, ποιήματα και καρτούν
  • επίσημες αναφορές για εργαστηριακές εργασίες και εξορμήσεις
  • ορισμοί
  • εκθέσεις και εκτεταμένες απαντήσεις
  • εξήγηση αυτού που έχει κατανοηθεί από τον καθένα
  • σχεδιασμός επιστημονικών παζλ και επιτραπέζιων παιχνιδιών
  • ανάλυση δεδομένων
  • κράτημα σημειώσεων από γραπτά κείμενα και από διαλέξεις
  • τήρηση ημερολογίου
  • γραφιστική παρουσίαση
  • σύνταξη ερωτηματολογίου
  • σχεδιασμός διαφημίσεων ή τίτλων για καρτούν ή φωτογραφίες

(NSW, Υπουργείο Εκπαίδευσης 1987, 125)

Οι οδηγίες προτείνουν ακόμα οι μαθητές να χρησιμοποιούν "γραφή με φαντασία· για παράδειγμα, είμαι η καρδιά του Τζο, ή η βιογραφία ενός μορίου υδρογονάνθρακα κατά την πορεία του μέσα από το μεταβολικό σύστημα". Ως παράδειγμα αυτού του τύπου προσωπικής γραφής με φαντασία, η διδακτέα ύλη περιέχει το ακόλουθο αφήγημα που φαίνεται να είναι απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο κείμενο:

Ταξίδι στον Εγκέφαλο

Εντάξει μάγκες, με το τρία. Ένα, δύο, τρία……

Ωχ, τα πτερύγια πιάσαν τις δονήσεις μου. ΟΧΙ ΠΑΛΙ. Εκσφενδονίζομαι μέσα από τον ακουστικό πόρο με πολύ μεγάλη ταχύτητα, περνώντας από εξογκώματα κι ανωμαλίες και μέσα από κάθε τρύπα και γωνιά. Και ΜΠΑΜ. Χτυπάω το τύμπανο, κραδάζεται όλο μου το σώμα και το κεφάλι μου γυρίζει σα λούνα παρκ. Και μετά, χωρίς να πάρω ανάσα, συγκρούομαι με τρία άλλα κοκάλα, που σπρώχνονται όλα αναμεταξύ τους. Ξανανεβαίνω, ξανακατεβαίνω και φεύγω. Αυτή τη φορά προς το γύρω-γύρω όλοι, που πρέπει να σημειώσω πως έχει ένα πράσινο-γκρι υγρό. Σκέτη αηδία (NSW, Υπουργείο Εκπαίδευσης 1987127).

Είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε αυτό το κείμενο με μια περιγραφή και εξήγηση από τους Cull και Comino (1987, 98-99):

Πώς λειτουργεί το αυτί

Το εξωτερικό αυτί

Αυτό είναι το ορατό τμήμα. Έχει σχήμα τέτοιο ώστε να οδηγεί τον ήχο μέσα στο αυτί και στον ακουστικό πόρο. Αυτός ο πόρος είναι καλυμμένος με τριχίδια και παράγει κερί ώστε να κρατάει έξω τα έντομα και να προστατεύει το αυτί από μολύνσεις.

Το μεσαίο αυτί

Πρόκειται για ένα πολύ μικρό θάλαμο με αέρα, περίπου στο μέγεθος μιας ασπιρίνης. Από το εξωτερικό αυτί το διαχωρίζει το τύμπανο, μια λεπτή μεμβράνη.

Μια δίοδος αέρα από τον λαιμό, η ευσταχιανή σάλπιγγα, επιτρέπει την είσοδο αέρα στο μεσαίο αυτί για την εξισορρόπηση της πίεσης στις δυο πλευρές του τυμπάνου.

Στον θάλαμο βρίσκονται τρία πολύ μικρά οστά που διαδίδουν τον ήχο στο πέρασμά του από το μεσαίο αυτί.

Το εσωτερικό αυτί

Σε αντίθεση με το μεσαίο αυτί που περιέχει αέρα, το εσωτερικό αυτί περιέχει υγρό.

Οι ημικύκλιοι σωλήνες ελέγχουν την ισορροπία του σώματος.

Ο κοχλίας περιέχει το νεύρο που στέλνει το μήνυμα στον εγκέφαλο.

Πώς γίνεται αντιληπτός ο ήχος;

Ηχητικά κύματα μεταφέρονται από το εξωτερικό αυτί στο τύμπανο. Τα κύματα χτυπούν το τύμπανο προκαλώντας τη δόνησή του. Αυτές οι δονήσεις εξαναγκάζουν σε δόνηση το πρώτο οστό του μεσαίου αυτιού. Το πρώτο οστό πυροδοτεί το δεύτερο, που με τη σειρά του πυροδοτεί το τρίτο.

Τα οστά συνδέονται μεταξύ τους σαν μοχλοί.

Το τρίτο οστό προκαλεί δονήσεις στο υγρό του εσωτερικού αυτιού. Αυτές οι δονήσεις προκαλούν ηλεκτρικούς παλμούς στον κοχλία. Οι ηλεκτρικοί παλμοί ταξιδεύουν μέσα από το ακουστικό νεύρο προς τον εγκέφαλο, ο οποίος τους ερμηνεύει σαν ήχο.

Το κείμενο συνοδεύεται από διάγραμμα με τομές του αυτιού, όπου είναι σημειωμένο το εξωτερικό αυτί, το τύμπανο, το μεσαίο αυτί, η ευσταχιανή σάλπιγγα, τα μικρά οστά, το εσωτερικό αυτί, ο κοχλίας (που είναι εσφαλμένα σημειωμένος) και το ακουστικό νεύρο.

Συγκρίνοντας αυτά τα δυο κείμενα, μπορούμε να προσδιορίσουμε πόσο επιστημονικός είναι ο λόγος του αφηγηματικού αποσπάσματος. Καταρχήν, περιέχει τέσσερις τεχνικούς όρους που αναφέρονται σε τμήματα του αυτιού: πτερύγια (ή πιο επιστημονικά -στμ: μεταξύ αγγλόφωνων- pinna), ακουστικός πόρος, τύμπανο και τρία κόκαλα (πιο επιστημονικά, τα ακουστικά οστάρια· ειδικότερα, τη σφύρα, τον άκμονα και τον αναβολέα). Κανένας από αυτούς τους όρους δεν ορίζεται, αν και οι σχετικές τους θέσεις μέσα στο αυτί μπορούν να συναχθούν από τον χρονικό ιστό της ιστορίας. Γίνεται αναφορά στη λειτουργία των πτερυγίων (πιάνουν τις δονήσεις μου) και ενδεχομένως και των μικρών οστών (σπρώχνονται μεταξύ τους) και περιγράφεται το υγρό περιεχόμενο του εσωτερικού αυτιού.

Για να δοκιμάσουμε πραγματικά το περιεχόμενο αυτού του κειμένου θα έπρεπε να ελέγξουμε πόσο μεγάλο μέρος του διαγράμματος του αυτιού των Messel et al. θα μπορούσε να ανακατασκευαστεί με βάση το αφήγημα και πόσο με βάση το κείμενο των Cull και Comino. Ένας επιπλέον έλεγχος θα ήταν να αναρωτηθούμε πόση από την εξήγηση των Cull και Comino για το πώς γίνεται αντιληπτός ο ήχος θα μπορούσε να ανακατασκευαστεί με βάση το αφηγηματικό κείμενο.

Οι White και Welford σημειώνουν ακόμα πως μια έντονη προσωπική αντίδραση ταύτισης με το αντικείμενο του θέματος οδηγεί στην πραγματικότητα τους συγγραφείς σε ανακριβείς παρατηρήσεις, σε μια εργασία όπου απαιτείται από τους μαθητές να συγκρίνουν και να αντιπαραβάλλουν δυο έντομα: "Το σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι από τη στιγμή που αφοσιώνεται κανείς στην αφήγηση εντυπώσεων και προσωπικών φαντασιώσεων, η πιθανότητα εισαγωγής ωμών αριθμών ή μετρήσεων υποχωρεί ακόμη περισσότερο. Από αυτή την άποψη, η αφήγηση είναι ένα περιοριστικό γραπτό κειμενικό είδος για ένα έργο που απαιτεί ακριβείς περιγραφές".

Μόνο μέσα από την προσεκτική σύγκριση αφηγηματικού και επιστημονικού λόγου μπορεί να προσδιοριστεί η αληθινή αξία της χρήσης της δημιουργικής γραφής για την εξοικείωση με τις φυσικές επιστήμες. Είναι ήδη ξεκάθαρο ότι η αφήγηση από μόνη της είναι ένας τρομερά αναποτελεσματικός τρόπος διερεύνησης των μεθόδων με τις οποίες η επιστήμη ερμηνεύει τον κόσμο και ότι αποπροσανατολίζει αναμφισβήτητα τους μαθητές από την ανάπτυξη επιστημονικής αντίληψης. Δεν είναι λειτουργία της αφήγησης να κατηγοριοποιεί, να αποσυνθέτει, να μετρά και να εξηγεί. Για τον σκοπό αυτό είναι πολύ πιο κατάλληλα τα είδη λόγου που έχει αναπτύξει η ίδια η επιστήμη.

Τέλος, το σημείο που πρέπει επίσης να προσέξουμε είναι ότι είναι ολέθριο να υποθέτουμε πως όλοι οι μαθητές είναι αποτελεσματικοί στη σύνθεση αφηγημάτων, παρά το γεγονός ότι τα πρόσφατα κείμενα του αναλυτικού προγράμματος παίρνουν ως δεδομένο πως η προσωπική, εκφραστική, ευφάνταστη γραφή είναι έμφυτη ικανότητα όλων των μαθητών. Πολλοί συγγραφείς έχουν πολλή μεγαλύτερη άνεση στον περιγραφικό παρά στον εκφραστικό λόγο, και αυτό στον πολιτισμό μας καθορίζεται εν μέρει από το φύλο. Τα κείμενα της διδακτέας ύλης που υπογραμμίζουν τη σημασία της προσωπικής γραφής για τη μύηση των παιδιών στην επιστήμη δρουν σε βάρος μαθητών, όπως ο Μπεν, που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη φύση των πραγμάτων παρά για την ανατροφή τους.

Μετάφραση Νίκος Γεωργίου

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 13:16