ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός 

Η ελληνική γλώσσα στην Κύπρο [Δ7], Κοινωνιογλωσσική περιγραφή της κυπριακής κοινότητας 

Μαριλένα Καρυολαίμου (2001) 

Κείμενο 6: Persianis, P. 1994-1995. The Greek-Cypriot educational policy in Cyprus as an expression of conflict at the political, cultural and socio-economic levels. Modern Greek Studies Yearbook 10/11: 89-116, σελ. 90-91.

Το πρόβλημα

Η εκπαιδευτική πολιτική που έχει κυριαρχήσει στην ελληνοκυπριακή κοινότητα κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκατονταετίας είναι η λεγόμενη ελληνοκεντρική παιδεία, δηλαδή η καλλιέργεια μέσω της εκπαίδευσης μιας ισχυρής πίστης στις παραδόσεις και τον πολιτισμό του ελληνικού έθνους, στα εθνικά ιδεώδη και στην ίδια την Ελλάδα, που θεωρείται η πατρίδα με την οποία η Κύπρος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με δεσμούς καταγωγής, αίματος, γλώσσας και θρησκείας.

Σε όλη διάρκεια της αγγλικής διακυβέρνησης του νησιού (1878-1960), επικράτησε ένας πολιτισμικός και πολιτικός αγώνας μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου και της αποικιοκρατικής κυβέρνησης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ενεργοποίησε τη μεγάλη ηθική και υλική της δύναμη προκειμένου να συνεισφέρει στην υπερίσχυση της ελληνικής κουλτούρας και, μέσα από τα σχολεία της κοινότητας, να διαδώσει μια εθνικιστική ιδεολογία που είχε ως κύριο στόχο την πολιτική ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Σε αυτή την πολιτική ιδεολογία αντιτάχθηκε, φυσικά, με σθένος η αποικιοκρατική κυβέρνηση της Βρετανίας. Μετά την αποτυχία του αγώνα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, και την ανακήρυξη, αντ' αυτής, της Δημοκρατίας της Κύπρου το 1960, οι εκπαιδευτικές αρχές της ελληνοκυπριακής κοινότητας υιοθέτησαν ως κανόνα μια ελληνοκεντρική εκπαιδευτική πολιτική με πρόθεση να διατηρηθούν οι πολιτισμικοί και εθνικοί δεσμοί μεταξύ της ελληνοκυπριακής κοινότητας και της Ελλάδας. Πράγματι, δεν είχαν άλλη επιλογή. Ο ελληνοκεντρικός χαρακτήρας της παιδείας αναγνωρίστηκε από τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου στη βάση των οποίων εγκαθιδρύθηκε η Δημοκρατία της Κύπρου. Οι συμφωνίες εμπιστεύτηκαν την εκπαίδευση της ελληνικής κοινότητας στο Ελληνικό Κοινοτικό Συμβούλιο και την εκπαίδευση της τουρκικής κοινότητας στο Τουρκικό Κοινοτικό Συμβούλιο και όχι στην κυβέρνηση, η οποία είχε έναν δι-κοινοτικό χαρακτήρα. Η μεταφορά της εξουσίας από το Ελληνικό Κοινοτικό Συμβούλιο στο Υπουργείο Παιδείας, που ιδρύθηκε το 1965 με βάση τον νόμο περί αναγκαιότητας, μετά την διακοινοτική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών κοινοτήτων που έγινε κατά την περίοδο των ετών 1963-1964 και που οδήγησε στην ολοκληρωτικό φυσικό διαχωρισμό τους, δεν άλλαξε την υπάρχουσα κατάσταση. Έτσι το Υπουργείο Παιδείας έχει την ευθύνη για την εκπαίδευση μόνο των Ελληνοκυπρίων· δηλαδή, απλώς ανέλαβε τα καθήκοντα του Ελληνικού Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, οι συνταγματικές, νομοθετικές και διοικητικές προβλέψεις επιτρέπουν τη διατύπωση και την εφαρμογή μιας καθαρά ελληνοκεντρικής παιδείας.

Η σοφία αυτής της εκπαιδευτικής πολιτικής έχει αμφισβητηθεί αρκετές φορές από διάφορα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις, καθώς επίσης και από έναν υπουργό παιδείας. Συγκεκριμένα έχει υποστηριχθεί η θέση ότι είναι παράλογο και καταστροφικό να γίνεται χρήση της παιδείας του Κυπριακού κράτους, δηλαδή του κεντρικού της νομιμοποιητικού ιδεολογικού μηχανισμού, για τη διάδοση μιας σοβινιστικής ιδεολογίας, αφού μια τέτοια ιδεολογία προφανώς θα υπονόμευε αυτό το ίδιο το κράτος που, από τη φύση του, είναι πολυ-κοινοτικό, πολυ-εθνικό και πολυ-θρησκειακό. Στη θέση μιας τέτοιου είδους παιδείας πρότειναν μια πλουραλιστική κυπροκεντρική παιδεία που θα δημιουργούσε τις ιδεολογικές βάσεις για τη συνοχή και την επιβίωση του ανεξάρτητου πλουραλιστικού κράτους της Κύπρου. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί πως η αντιπαράταξη στην πολιτική της ελληνοκεντρικής παιδείας δεν έφτασε ποτέ σε σημείο ανοιχτής και κάθετης απόρριψης. Αυτό είναι μια ένδειξη της δύναμης της εθνικιστικής ιδεολογίας. Άλλωστε, σε αυτό συνεργεί και το γεγονός πως η παροχή μιας κατά βάση ελληνοκεντρικής παιδείας υποστηριζόταν σχεδόν ανέκαθεν και σε μεγάλο βαθμό από τις τεχνικές και διοικητικές βαθμίδες της Ελληνοκυπριακής εκπαιδευτικής ιεραρχίας, δηλαδή από την πλειοψηφία των εκπαιδευτικών και των οργανώσεών τους αλλά και από τους διευθυντές και τους επιθεωρητές των σχολείων. Παρ' όλα αυτά, η αντιπαράταξη στην επίσημη πολιτική για την ελληνοκεντρική παιδεία και η υποστήριξη μιας κυπροκεντρικής παιδείας συνεχίστηκε σε όλη την περίοδο της ανεξαρτησίας και έχει συνεισφέρει στην ανάδειξη ενός ακανθώδους προβλήματος που συνεχίζει να αποτελεί το κεντρικό θέμα ενός ζωηρού ρητορικού διαλόγου…

Μετάφραση Νίκος Γεωργίου

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 12:10