Μελέτες 

Οι Νεοελληνικές Διάλεκτοι 

Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της νέας ελληνικής 

Φ
ωνητική αντιστοιχία των χρησιμοποιούμενων συμβόλων

ι̮ [i̯], κ̇ [tɕ] ή [tʃ],γ̇ [ʑ] ή [ʒ], χ̇ [ɕ] ή [ʃ], λ̇ [περίπου σαν το αγγλικό r αμερικάνικης απόχρωσης]

Περιεχόμενα

Α. Κρητική

1. Επαρχία Σελίνου

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 146-148. Από το βιβλίο του Γ. Μαθιουδάκη, Λουλούδα (Χανία, 1936). Μια χωρική διηγείται τη συνάντησή της με Γάλλους ναύτες στην παραλία Παλαιοχώρας Σελίνου που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα τους.

-Είdα 'ναι μωρέ αν είσαι, τουτονέ τ'ασκ̇έρι; Παναγ̇ία μου! Τάξε α δεν εκοκ̇κ̇ίνησε ο κόσμος απού τα φεσάκ̇ι̮α κ̇αι τσι φούdες κ̇αι τα γαλόνια. ΄Κι' ειdα παράξενοι αθρώποι απού είναι! Eπέρνουνα κ̇ι' εγώ με τση ξαδέρφης τση Μαστροπαναγιώταινας τη συbεθέρα τη μακροdεdέλα αργά-αργά απού το μώλος κ̇αι μάσε στυλομαχ̇ιάξανε στη φάbρικα παρώδες απού, μα τη bζυχή μου, εχρειγ̇ιάστηκα dα. Είπα πως δε γκάβγομε από κ̇ε‿ια με τα σύγκαλά μας. Ευτοί 'τονε μεθυσμένοι πρέπει κ̇αι πέντ-έξε κ̇αι σκοτεινωπά σου λέω κ̇αι μας ηύρανε ξεμοναχ̇ιασμένες ίδια εκ̇ε‿ιά απού 'χουνε μια gαραβέλα σκαρωμένη κ̇αι τη σιάζουνε κ̇αι αρχινούνε «άου, ίου, άου», να μη ζι̮ώ, σα τζι σκ̇ύλλους -ούτ' ούλ' οι διαόλοι κ̇ιας τη θέλουνε ετσά γλώσσα- κ̇ι' απλώνουνε τα χέρια dωνε, μα ώστε να τσι δούμε το βάναμε στα πόδια κ̇ι' απού φύγ̇η-φύγ̇η. Κι' ευτοί οξαποπίσω χουβές κ̇αι πράματα απού ακόμης τα γροικώ στ' αφθιά μου λώbης κ̇αι θαρρώ πως με ζυγώνουνε. Ήλαχ̇ε όμως, ο Θεός κ̇' η μοίρα μας, κ̇' ευρέθηκε παρακάτω μιαν άλλη bαρέα κ̇αι πρέπει νά 'τονε οι μεγάλοι dωνε κ̇αι τσι μαλώσανε, μα να μην είμαι, ά δεν εξεγλωσσίστηκα απού τη dρομάρα μου κ̇ι' απού το γλάκ̇ι̮ος.

2. Ρέθυμνο

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 148-149. Από το βιβλίο του Ευ. Φωτάκη Κρητικές κουβέντες του Ανεζηνιού (1936)

Μα το Σταυρό μου, Καδιανή -απού μνώγω το Σταυρό μου πηλά στη boύκα μου- κάνω να πω πως είναι καλλιά κ̇εινοι-να απού κάνουνε μιαν αποκρε κ̇ι' όξω απού το bόρο κ̇αι μάσε λένε 'μας bουdαλάδες, μα θες και πης, διάλε το ψόμα. Έdο δά! Τούτη τη Δευτέρα επέρασενε η μέρα μου να ξεπαστρέψω τα χρειασίδια. Τη gαθάρια Δευτέρα πάλι τα ίδια. Βάλε 'δα με το νου σου, α bορή κ̇ιαμμιά τουτεσάς τσι δυό μέρες να βάλη bάρε μου μια βελονέ. Εδά θέλω ν' ανοίξω λαζάνια κ̇αι δεν έω μουδέ ξυλίκ̇ι. Α βρω ξυλίκ̇ι, ύστερα πάλι θα γ̇υρεύγω κατρακάζα γ̇ια να ξύσω το τυρί, γ̇ιατί μουδ' απ' αυτή δεν ασπετάρω. Ά gάμω 'δα τα λαζάνια, οbανέ θα θέλω να κάμω πιταράκια. Λοιπός, ώστε να σύρω τα λαζάνια, να ξύσω το τυρί, να το ψήσω, να τ' ανασύρω, να 'δω, να 'κ̇ει, περνά η μέρα. ΄Κι' απόϊς κ̇αι γ̇ια τα πιταράκ̇ια δε γατέω που θα πάω γ̇ια να βρω δυο κλαδιά βάρσαμο, γ̇ιατί, τάξε, με χωρίς βάρσαμο δε d' ατσετάρω 'γω, τάξε.

3. Άγιος Βασίλειος

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 149. Από το βιβλίο του Ν. Πολίτη Παραδόσεις, 1ος τόμ. 130-131 (Αθήνα, 1904).

Μια φορά κ̇' ένα κ̇αιρό δεν ήτονε το φεgάρι τόσο ψηλά σα σήμερο, μόνο πήγ̇αινε πορπατηχτό στη γ̇ης κ̇ι' ότινα μην είχενε δροσι̮ά να φάη, εζήτανε κ̇αι του δίνανε. Μια gοπανι̮ά έφταξενε σ' ένα χωριό κ̇' επείνανε κ̇αι πάει σ' ένα σπίτι να διακονιστή. Τότες όμως έτυχ̇εν η νοικοκ̇ερά να παννίζει το φούρνο με το πάννιστρο κ̇αι να 'ναι μανιασμένη, γ̇ιατί τσ' έσπασενε το σπαούλι απού 'σανε δεμένα τα παννιά στο ξύλο κ̇αι τσ' εκ̇αίουdανε τα πάννιστρα. Και τη στιγμή που έbαινε το φεgάρι στη bόρτα dζη, είχ̇εν εκ̇είνη αποπαννισμένο το φούρνο κ̇ι' επέτανε με μάνητα το πάννιστρο απού τη bόρτα όξω κ̇ι' εβάρηκ̇ενε του φεgαριού στη μούρη κ̇αι του 'καμενε τσι μαύρες αλειμματές απού 'χ̇ει ακόμη σήμερο. Τότες το φεgάρι το πήρε η παραπόνεσι κ̇ι εφύγ̇ενε κ̇ι' επήγ̇ενε ψηλά, εκ̇ε‿ιά πού 'ν' εδά.

4. Σφακιά

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 150-151.

α) Από το βιβλίο του Ν. Πολίτη, Παραδόσεις, 1ος τόμ., 408

Μια βολ̇ά μου έκαμε νάκλι ένας άνθρωπος οπώς ήσασι παγωμένοι δυο αθρώποι στα ψηλ̇ότερα βουνά, οπού κατοικούσιν αγρίμια. ΄Κι' εκαθήσασι τη νύχτα με το φεgάρι εις ένα σελλί για να κ̇υνηγήσουσι αγρίμια. ΄Κι' εκ̇εί ακούσασι τραβάγια πολλή κ̇ι' εθαρρέψασιν οπώς ήσαν άνθρωποι, για να φορτώσουσι χιόνι, να το πάσι στα Χανιά. Κι απής εσιμώσασι κοdύτερα, γροικούσι βιόλες και λύρες κ̇αι λογίσημα παιγνίδια. Και δεν είχαν ποτέ ηκουσμένα τέθοια παιγνίδια. Για ταύτως εγνώρισαν κ̇ι' αυτοί οπώς δεν ήσανι̮ε ανθρώποι, αλ̇λ̇ά ήσαν δαιμονικό συνέδριο. Και τσι θωρούσι gαι περνούσιν από κοντό διάστημα από εκειά που εκάθοdο με λ̇ογ̇ι̮ώ- λ̇ογής φορέματα κ̇αι άλλοι με ψαρά άλ̇ογα, άλλοι με λ̇ογήσιμα, κ̇αι των έδειξεν οπώς ήσασι και γυναίκες κ̇αι άdρες, πεζοί κ̇αι καβαλ̇λ̇άροι, πλήθος πράμα. Και οι γι-άdρες ήσασιν άσπροι ως τα περιστέρια κ̇αι οι γυναίκες πολ̇λ̇ά ωραίες, ως οι γ̇ι-αχτίδες του ήλιου. Είδασι κ̇ι' εβαστούσαν ένα πράμα, ωσκαθώς κ̇αι βαστούνε τον αποθαμένο νεκρό.

β) Συνομιλία των σφακιανών Χούρδου και Μανούσακα, όπως τη δίνει ο Νίκος Αγγελής στη σελ. 101 του βιβλίου του Δασκαλογιάννης.

- Είdα θα γενή εδά, καπετά Μανούσακα;
- Για μας, Χούρδο, κρατεί ο σηκωμός. Μόνο άμε να βρης πράμα να φάμε γιατί δε bορώ να δω κ̇ι̮ανένα στα μάθια μου.
- Έεις κουράγιο να φάης; Πού διάολ̇ο το βρίστεις το κουράγιο, άνθρωπος δε bορεί να καταλάβη.
- Επήρα απόφασι, Χούρδο. Πάρε και συ, να καταλ̇άβης. Εγώ δε bορώ να σκύψω, θα ποθάνω ορθός. Αυτό είναι.
- Εκατάλ̇αβα, καπετά Μανούσακα, μα ως πότε;
― Αφού ρωτάς «ως πότε» δεν εκατάλ̇αβες. Άμε να φέρης φαΐ και σώπα.

5. Πεδιάδα

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 151. Από το βιβλίο της Ευαγγελίας Φραγκάκι Συμβολή στα Λαογραφικά της Κρήτης, σελ. 101-102 (Αθήνα, 1949).

Μια φορά κ̇ι έναν κ̇αιρό ήτονε ένας δεσπότης κ̇ι' είχ̇ε ένα διάκο ανάποδο. Ποτές του δεν ήκανε το χατίρι του δεσπότη μόνο όλα αναξάκολα τάκανε. Λέει του μιαν ημέρα ο Δεσπότης: «bρε συ ευλογημένε, κ̇αι πολύ λάδι βάνεις του φαγητού». Λέει, πόσο να βάνω, άγιε Δέσποτα, να γ̇ίνεται τσ' όρεξής σου; Λέει «να είdα θα κάνης: να πιάνης το λαδικό από πάνω απού το τσικάλι, να κάνης ένα Σταυρό και να λές: Σώσον, Κύριε, το λαό Σου κ̇αι ευλόγ̇ησον την κληρονομία Σου». Λέει «καλό».Ταδέ αύριο πιάνει ο διάκος το λαδικό, στένεται από πάνω από το φαγητό, λέει «σώσον, Κύριε, το λαό Σου κ̇αι ευλόγ̇ησον την κλη-, την κληρονομία Σου», αδειάζει όλο το λαδικό στο τσικάλι, γ̇ίνεται το φαΐ σε κακό χάλι απού δεν εδοκ̇ιμάζουντονε απού το λάδι. Μαλώνει ο Δεσπότης, λέει «τέλος πάdω, αύριο να ψήσεις φακ̇ή να δούμε είdα λογ̇ι̮ώ θα τα καταφέρης». Ξημερώνει ο Θεός, πιάνει ο Διάκος ένα σπυρί φακ̇ή, bελονιάζει μια βελόνα, τρυπά τη φακ̇ή, βάνει τηνε στο τσικάλι, βράζει τηνε. Την ώρα που κάτεχ̇ε πως ήθελα κατεβή ο Δεσπότης στο τραπέζι, πιάνει έναν κ̇ι̮ασέ, σέρνει κ̇αι τη gλωστή κ̇αι πάει του δεσπότη τη φακ̇ή να τηνε φάη. Θωρεί ο Δεσπότης τη φακ̇ή κ̇αι γ̇ίνεται σαν τη τρίπυρη φωθιά κόκ̇κ̇ινος απού τη μάνητα. «Μωρέ σύ, θεοκατάρατε, ―του λέει― ακόμη δε bορά καταλάβης πως επά 'ναι δεσποτικό! Είdα κουζουλάδα είναι πάλι η σημερινή;» Λέει «άγ̇ιε Δέσποτα, φακ̇ή μου παράgειλες να ψήσω, φακ̇ή ήψησα. Ά μού 'λεγες φακ̇ές, ήθελα ψήσω πολλές».

6. Ιεράπετρα

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 152-153. Από την εφημερίδα Η φωνή της Ιεράπετρας, 11/9/1980.

Ο bάρbας μου ο Γληγόρης ήπηρε από το Κεντρί ένα γάϊδαρο, ψηλό, φατσαλή κ̇αι τού 'χ̇ε τόση χαρά. Ήσασέ dου στου Τορνικάκ̇η, στη Λάστρο, κ̇αινούριο dονανίκ̇ικο σομάρι με κ̇αινούρια γ̇ίγλα κ̇αι bροστελίνα, κόκ̇κ̇ινες καπλοδέτες, καπιστροχάλινα με κ̇ίτρινες φούdες από του Χειμωνάκ̇η κ̇αι τον ήκαμε τση κούτας. Καλλιά κ̇ι' από bεγ̇ίρι τόνε στόλισε. Μ' απάνω πού 'παιρνε τη χαρά dου, γ̇ίνηκ̇ε αφορμή να χ̇ηρέψη. Γιατί πήγε η γ̇υναίκα dου να του βάλη άχ̇ερα δίχως να κατέχ̇η ακόμη τα χούγ̇ια dου κ̇αι ως του σίμωσε, τση παίζει μια τσινιά στη gεφαλή και δεν είπε μηδέ «ω!»

Ήκλαψέ dη ο bάρbας μου κ̇αι τσή 'καμε μεγάλη gηδεία κ̇αι μεγάλο τραπέζι γ̇ια μακαρία. Ήτονε τότε σαραdαρά κ̇αι ήψησε bακαλιάρο, πατάτες με τσι χοχλιούς κ̇αι ροβιθόρυζο, ως είν' αdέτι στο χωριό μας. Είχ̇ε κ̇αι παλιό κρασί, μαρουβά καψώτικο, κ̇αι παρά λίγο να πούνε κ̇αι τη «Σαμιώτισσα».

Σαν εφάγανε κ̇αι ήπιανε καλά, ένας-ένας εσηκωνότανε, ήπιανε τη χ̇έρα του bάρbα μου, τού 'λεγε «ζωή σε λόγου σου» κ̇ι̮' απόϊ του ψιψίριζε κάτι στ' αφτί. Ο Γαργ̇ερός, που στεροπόμεινε γ̇ιατί 'χε ακόμη έμου πολύ κρασί στο φλασκ̇ί έμου καλό μεζέ, τσι 'βαλε αμέdε κ̇αι λέει από μέσα dου: «είdα διάολο μωρέ, του λένε όλοι τούτοι-να του Γληγόρη στ' αφτί;» ΄Κι άμα ήπιε ακόμη δυο λάμπες κ̇' ήδε‿ιασε το φλασκ̇ί, εσηκώθη να μισέψη κ̇ι αυτός. Ευ κ̇ήθηκε κ̇ι' αυτός κ̇αι τόνε παρηγόρησε γ̇ια το κάζο που τού 'καμε τ' αναθεματισμένο το χτήμα, να τόνε αφήση χ̇ήρο στα καλά dου απάνω, και ύστερα τον ερωτά:

- Πε μου, bρε, μα το Θεό σου, Γληγόρη, είdα σου λένε στ' αφτί ο καθένας που φεύγ̇ει;
- Ανε πουλι̮ώ, λέει, το γάιδαρο.
- Και συ είdα τώς ήλεγ̇ες;
- Δε τόνε πουλώ γιατί δα ξαναπαdρευτώ κ̇αι μου χρειάζεται!

Β. Κύθηρα

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1980-82. Το γλωσσικόν ιδίωμα των Κυθήρων. Αθηνά 78: 125-144.

- ο Θεός σχωρέση της (Θεός σχωρέσ' τη)
- μυρίζει του λεμονιού (μυρίζει σαν λεμόνι)
- από μομέντο έφτασα (έφτασα στο λεπτό)
- ανε θέλης να βγης στο δώμα να καθίσωμε, να σασε πω ότι κατέω (αν θέλεις ν' ανέβεις στην ταράτσα να κάτσουμε, να σας πω ό,τι ξέρω)
- πέτε μου 'δα είdα 'πογίνη (πέστε μου τώρα και τί απέγινε)

Γ. Θήρα

Πηγή: Κοντοσόπουλος, Ν. Γ. 1994. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής.
Αθήνα. Σελ. 166-167. Από το βιβλίο του Ν. Πολίτη Παραδόσεις, 1ος τόμ., 599-600.

…Πιάνει (η κόρη) τα ρούχα, βρίσκει το πόδι (του πεθαμένου), το παίρνει και πάει και το θάβγει κάτω στον Άη-Μηνά. Το βράδυ δεν ηπήαινε καμμιά. Βρίσκει μιαν κοπέλλα από την πίσω γειτονιά, που δεν ήξερε πράμα, την παίρνει. Ότι άφτει το λύχνο και ηκαθίζανε εις την αποσπερίδα, μην ακούσουνε παρά φωνή: «άνοιξε, μωρή, να μου δώσης τα ρούχα και τον πόδα μου, για θα σε πνίξω μέσ' τη σκάφη». Ως το πρωί. Φεύγει αυτός, φεύγει η κακομοίρα η γειτόνισσα τρελλή. Αυτή το βράδυ ηγύρευγε, ηγύρευγε, δεν ηπήαινε κανείς. Η μάνα τζη στη λοχού, δεν ημπόρε‿ιε να φύη. Το βράδυ ήμεινε μοναχή και ήβρεχε, κι όλο σιτζίμι βροχή, και σκοτεινά. Εκειδά μην ακούση παρά στη bόρτα: «μωρή, θυγατέρα,άνοιξέ μου, γιατί ηγίνηκα σούπα μέσ' τσι λάσπες, μέσ' τα νερά, και άνοιξέ μου το γλήγορο». Λέει: «Ώ, μάννα μου, καλώς ώρισες, που 'μ' αμοναχή». Πάει, ανοίει και τσι δύο πόρτες… Αυγή-αυγή, να η μάννα τζη. Θωρεί το σπίτι ανοιχτό κι' αυτή πικέφαλα μεσ' τη σκάφη. Σύρνει τσι φωνές. Λέει: «Ώ, κόρη μου ειdά 'χει;»…

Τελευταία Ενημέρωση: 11 Ιαν 2007, 15:20