ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Ανθολογίες 

Ανθολόγηση νεοελληνικής λογοτεχνίας (19ος-20ός αι.) 

 

Σκόκος, Κωνσταντίνος

Χαρτοβασίλειο

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΙΕΡΑΡΧΙΚΑ ΒΑΣΑΝΑ
ΧΑΡΤΟΒΑΣΙΛΕΙΟ

Εἶχα ἀπελπισθῇ ἀπὸ τὸν ἄθλιον βουλευτὴν τῆς ἐπαρχίας μας, ποὺ δὲν τὰ κατάφερε νὰ μὲ διορίσῃ οὔτε κἂν τελωνοσταθμάρχην ἢ ἀλατοποθηκάριον, καὶ ἤμουν ἀποφασισμένος νὰ ἱδρύσω σοσιαλιστικὸν κέντρον ἢ φύλλον ἀντικυβερνητικόν, διὰ νὰ κτυπήσω κατακέφαλα τὸ κράτος καὶ τὸ κεφάλαιον − ὅταν ἔξαφνα ἡ καλὴ Τύχη, ὑπὸ μορφὴν γραμματοκομιστοῦ, ἦλθε νὰ μοῦ χαμογελάσῃ μ' ἕνα γράμμα 'ςτὸ χέρι. Ἦταν ἀπὸ τὸ Κάϊρο. Τὸ ἀνοίγω καὶ διαβάζω:

"Ἀκριβέ μου ἀνεψιὲ,
"Μόλις λάβῃς τὸ παρόν, πάρε τὴ βαλίτσα σου καὶ τὸ πρῶτο βαπόρι κι' ἐλα ἐδῶ. Σοῦ ηὕραμε μιὰ καλὴ θέσι ἐγώ, καὶ μιὰ γερὴ προῖκα ἡ θεία σου.
Μὴ χάσῃς στιγμή. Σοῦ στέλνω καὶ τὰ ναῦλα σου. Σὲ φιλῶ, ὁ θείος σου Ἀλέξης
Υ.Γ. Μὴ ξεχάσῃς νὰ πάρῃς κ' ἕνα πιστοποιητικὸ πῶς ὑπηρέτησες 'ςτὸ στρατό. Χωρὶς αὐτὸ νὰ μὴν ἔλθῃς διόλου. Ὁ ἵδιος

− Πφφφ! σπουδαῖο πράμμα ἕνα πιστοποιητικό! Τὸ μόνο εὔκολο! εἶπα μέσα μου. Περνῶντας ἀπὸ τὸν Περαία, πετιέμαι μιὰ ὥρα στὴν Ἀθήνα, τὸ παίρνω ἀπ' τὸ ὑπουργεῖο καὶ τὸ βράδυ μπάρκα γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια!…

Ἀλλὰ ὁ δήμαρχος μοῦ ἔκοψε τὴ φόρα!

− Θὰ τὸ ζητήσῃς ἱεραρχικῶς! μοῦ λέει. Δὲν μπορεῖς ἀλλοιώτικα. Θὰ κάνῃς μιὰ ἀναφορὰ ἐν ἡμικλάστῳ (!) 'ς ἐμένα κ' ἐγὼ θὰ τὴν διαβιβάσω εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον!!Ἂν θὲς ὅμως, πάρ' τὴν κατὰ πόδι καὶ σύ, τράβα 'ς τὴν Ἀθήνα, βάλε νὰ τὴν σπρώξουν 'ς τὸ Ὑπουργεῖο καὶ νὰ σοῦ δώσουν καὶ τὸ χαρτὶ μιὰ ὥρα ἀρχήτερα.

Ἔτσι κ' ἔγινε. Ἔδωκα πέντε φάσκελα 'ςτὸ σοσιαλισμὸ κι' ἄλλα πέντε 'στὴ φαύλη βουλευτοκρατία, κ' ἐξεκίνησα γιὰ τὴν Ἀθήνα. Τρέχω 'ςτὸ Ὑπουργεῖο. Βρίσκω τὸν ἀξιωματικὸ ποῦ ἤμουν συστημένος, καὶ τοῦ παρασταίνω πῶς εἶναι σπουδαία ἀνάγκη νὰ φύγω μὲ τὸ πρῶτο βαπόρι.

− Ἄχα χοῦχα α α α! μοῦ λέει. Κἄτι πολὺ βιάζεσαι! Ἔτσι, θαρρεῖς, ταχυδακτυλουργικῶς πῶς διεκπεραιώνονται ᾑ ἀναφορές; Τί εἶνε; Ὀμελέττα τῆς στιγμῆς; Πέρασε σὲ καμμιὰ 'βδομάδα καὶ βλέπομε…

Ἔμεινα κόκκαλο!

− Πρέπει νὰ ξέρῃς, μοῦ ἐξήγησε, πῶς, ἅμα φθάνῃ μιὰ ἀναφορὰ 'ςτὸ Ὑπουργεῖο, θὰ πάῃ πρῶτα πρῶτα 'ςτὸ ὑπασπιστήριον. Ὁ ὑπασπιστὴς θὰ σημειώσῃ ἐπάνω τὴν λέξιν "προσωπικόν". Ἔπειτα θὰ παραδοθῇ 'ςτὸ γραφεῖο τοῦ ὑπουργοῦ διὰ νὰ τεθῇ ἡ σχετικὴ σφραγὶς καὶ νὰ περάσῃ εἰς τὸ "Βιβλίον Διεκπεραιώσεως" τοῦ Ὑπουργείου. Ὕστερα θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ "Γραφεῖον Καταχωρίσεως", διὰ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι παρελήφθη. Κατόπιν θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὸ "Γενικὸν Πρωτόκολλον", θὰ μπῇ ἄλλη σφραγὶς μὲ τὸν ἀριθμὸν τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ "Βιβλίον Διεκπεραιώσεως τοῦ Γραφείου Καταχωρίσεως". Ἔπειτα…

− Ὤ, δυστυχία μου! ἐμουρμούρισα· ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἔπειτα;

− Ἀμ ὣς ἐδῶ εἴμαστε 'ςτὸ ἄλφα. Καὶ ποὖσαι ἀκόμα! Ὑπηρεσία εἶναι αὐτή!… Δὲν εἶναι κουρουφέξαλα! Γι' αυτό… πέρασε σ' ἕνα δυὸ βδομάδες καὶ νὰ ἰδοῦμε…

Παρ' ὀλίγον νὰ μοὔλθῃ συγκοπή. Μὰ τί νὰ κάμω; Παίζεις μὲ τὴν ἱεραρχίαν τῆς ὑπηρεσίας;… Σὲ κἄμποσες μέρες ξαναπερνῶ.

− Ἡ ἀναφορά σου, μοῦ λέει ὁ κύριος ἀξιωματικός, δὲν πέρασε ἀκόμη ἀπ' τὰ χέρια μου. Κύταξε 'ςτὸ "Τμῆμα Προσωπικοῦ". Ἀπὸ 'κεῖ θὰ ἐξιχνιάσῃς τὴν πορείαν της!

− Μάλιστα, μὲ πληροφοροῦν ἐκεῖ· ἡ ἀναφορὰ εἰσῆλθε πρὸ ἡμερῶν, παρουσιάσθη εἰς τὸν τμηματάρχην, ἐνηργήθη καὶ … ἐξῆλθε!…

− Ἐξῆλθε;! καὶ ποῦ πάει, σᾶς παρακαλῶ. ἐρώτησα σαστισμένος.

− Χμμμ! τραβάει τὸ δρόμο της… Γιὰ 'ρώτα 'ςτὸ γραφεῖο τοῦ "ἀξιωματικοῦ εἰσηγητοῦ".

Τρέχω λαχανιασμένος καὶ 'ρωτῶ.

− Μάλιστα, μὲ διαφωτίζουν ἐκεῖ· ἡ ἀναφορὰ παρεδόθη εἰς τὸν διεκπεραιωτὴν τοῦ τμήματος νὰ τὴν σημειώσῃ εἰς τὸ πρωτόκολλον, "διὰ τὴν εἴσοδον", ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφη ἀκόμα εἰς τὸ ἴδιον "Βιβλίον τοῦ τμήματος", ὅπου ἐμφαίνονται τὰ ἔγγραφα, μὲ τὰ ὁποῖα χρεώνονται οἱ "ἀξιωματικοὶ Εἰσηγηταί"… αὔριο−μεθαύριο θὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐξ αὐτῶν, ὅστις θὰ συντάξῃ τὸ "σχέδιον διαταγῆς" καὶ… νὰ ἔχῃς λίγη ὑπομονή, γιατὶ ἐδῶ δὲν εἶναι "πέσε πῆτα νὰ σὲ φάω!.."

Ξαναγυρίζω σὲ τρεῖς μέρες καὶ ξετρυπώνω τὸν κύριον Εἰσηγητήν.

− Μάλιστα. Τὸ "σχέδιον διαταγῆς" εἶναι ἕτοιμον καὶ σήμερ' αὔριο θὰ τὸ παρουσιάσω 'ςτὸν τμηματάρχην, νὰ τοῦ κάμω προφορικὴν εἰσήγησιν. Νἄλθῃς ἀπὸ Δευτέρα…

Τὴ Δευτέρα μὲ πληροφοροῦν, ὅτι ὁ τμηματάρχης ἐμονογράφησε τὸ σχέδιον καὶ ὁσονούπω (!!) θὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις θὰ τὸ μονογραφήσῃ καὶ αὐτὸς διὰ τὰ "περαιτέρω…"

− Καὶ θ' ἀργήσουν πολὺ αὐτὰ τὰ… περαιτέρω; ἐρώτησα τραγικῶς.

− Ἇ! μπᾶ! σὲ πέντ' ἓξ 'μέρες θἄχουν φύγει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπ' αὐτὸ τὸ τμῆμα.

Κάθομαι καὶ γράφω ἕνα σπαραξικάρδιο γράμμα στὸ θεῖο μου, τοῦ ἐξιστορῶ τὰ ἱεραρχικὰ βάσανα τοῦ πιστοποιητικοῦ καὶ τὸν ἐξορκίζω νὰ κρατήσῃ ὅσο μπορεῖ σφικτά, μὲ τὰ 'δόντια, τὴ θέσι καὶ τὴν προῖκα, καὶ ὅτι σὲ δυὸ−τρεῖς βδομάδες τὸ πολὺ θὰ εἶμαι ἐκεῖ ἐξάπαντος! Ἔγραψα καὶ στὴ θεία μου ξεχωριστὰ: νὰ καταφέρῃ μὲ τρόπο τὸ θεῖο νὰ μοῦ ξαναστείλῃ τὰ ναῦλα…

Εἰς τὸ ἀναμεταξὺ τρέχω 'ςτὸ Ὑπουργεῖο. Ἀλλὰ τὴ φορὰ αὐτὴ χάνω τὰ ἴχνη τῆς ἀναφορᾶς… Ὤ, διάολε! Καὶ ἀρχίζω νὰ τὴν κυνηγῶ ἀπὸ γραφεῖο σὲ γραφεῖο καὶ ἀπὸ τμῆμα σὲ τμῆμα!

Τέλος πάντων, τὴν ἀνακαλύπτω. Ἡ ἀναφορά, μὲ τὸ συνημμένον "σχέδιον διαταγῆς", ἀφοῦ ἐμονογραφήθη δεόντως, παρεδόθη εἰς τὸν διεκπεραιωτὴν τοῦ τμήματος διὰ τὴν … "ἔξοδον".

Τρέχω κ' ἐκεῖ, ὅπου μὲ διαφωτίζουν ὅτι τώρα πρόκειται νὰ συνταχθῇ ἡ "κύρια διαταγὴ" ἐκ τοῦ σχεδίου καὶ θὰ δοθῇ εἰς τὸν γραμματέα, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραβολήν! Καὶ νὰ περάσω, λέει, πάλι σὲ λίγες μέρες! Ἀλλά, πρὶν ξαναπεράσω, ἔλαβα ἕνα γράμμα τῆς θείας μου, ποὺ μοῦ ἔγραφε:

"Ἀνηψιέ μου,
Ὁ θεῖος σου ἔγινε ἔξω φρενῶν μὲ τὴς ψευτιὲς ποῦ τοῦ γράφεις γιὰ τὴν ἀργοπορία τάχα τοῦ πιστοποιητικοῦ. Κάθεσαι, λέει, καὶ γλεντοκοπᾷς στὴν Ἀθήνα, καὶ μᾶς κοροϊδεύεις. Ἐννοεῖς, δὲν εἶχα μοῦτρα νὰ τοῦ ζητήσω ξανὰ τὰ ναῦλα σου. Ἀπὸ τὸ δικό μου τὸ κομπόδεμα σοῦ στέλνω κρυφὰ ἄλλα 100 φράγκα καὶ τσακίσου νὰ ἦσαι 'δῶ τὴν ἄλλη 'βδομάδα. Ἀλλοιώτικα, θὰ εἶσαι ἕνας βλάκας καὶ χαμένος.
Ἡ θεία σου Μαριωρῆ"

Πέρασαν λίγες 'μέρες καὶ τραβῶ στὸ Ὑπουργεῖο, ὅπου μὲ πληροφοροῦν ὅτι ὁ "ἀντιπαραβολεὺς" ἐπέστρεψε τὸ σχέδιον εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅτι τὸ παρουσίασε πρὸς "προσυπογραφὴν" εἰς τὸν διεκπεραιωτήν, ὅτι αὐτὸς κατόπιν θὰ προσάγῃ τὴν "κύριαν διαταγὴν" εἰς τὸν ὑπουργόν, καὶ ὅτι… δὲν θὰ κάνω ἄσχημα νὰ … ξαναγυρίσω ἀπὸ Δευτέρα καὶ ἴσως νὰ ἔχῃ τελειώσῃ ἡ δουλειά!…

Ἀλλὰ ἐγὼ ἤμουν πλιὰ ἀποτελειωμένος. Σὲ λίγες μέρες λαβαίνω ἀπὸ τὸ θεῖο μου τὸ οὔλτιμο τάγιο, τὴν τελειωτικὴ μαχαιριά. Μοῦ ἔγραφε:

Ἀνηψιέ μου, ἤσουν πάντα κατεργάρης καὶ παραλυμένος. Σοὖρθε ἡ τύχη σὰν στραβὴ καὶ τὴν κλώτσησες. Πολὺ γρήγορα θὰ χτυπᾷς τὸ κεφάλι σου στὸν τοῖχο, μὰ θἆναι ἀργά. Τώρα κάτσε ἐκεῖ ποῦ κάθεσαι. Εἶναι περιττὸ νὰ ξεκουμπιστῇς ἐδῶ. Οὔτε θέσι θαὕρῃς, οὔτε προῖκα. Ἄειντε χάσου, τενεκέ!
Ὁ θεῖος σου Ἀλέξης

Δὲν ἔμαθα τί ἀπέγινε ἡ ἀναφορά. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι θὰ μπαινοβγαίνεῃ ἀκόμα ἀπὸ γραφεῖο σὲ γραφεῖο χάριν τῆς ἱεραρχίας!…

(1912)