Ελληνο-αγγλικό Λεξικό (Γεωργακά)

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αντρέ
14 εγγραφές [1 - 10]
αντρέ [andré] το, indecl
  • entrance room, foyer, hall (syn αντρές, είσοδος, χολ):
    • κρέμασε το καπέλο του στο ~ |
    • βγήκε στο ~ και κατέβηκε τη σκάλα |
    • χτύπησε τη γυάλινη πόρτα του ~

[fr Fr entrée 'entrance room']

Αντρέας s. Aνδρέας.
αντρεία1 s. ανδρεία1.
αντρεία2 s. ανδρεία2.
αντρειεύω [andriévo] ipf αντρείευα, aor αντρείεψα (subj αντρειέψω), mi αντρειεύομαι, aor αντρειεύτηκα
  • ① intr become strong or stronger (morally or physically), gain strength, become (more) courageous or brave:
    • αντρείεψαν τα χέρια του απ' τη δουλειά |
    • το θεριό γονάτισε τρέμοντας· αντρειεύτηκε πάλι, μα ξανά σωροβολιάστηκε χάμω (Kazantz) |
    • όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου ολάκερη υψώνεται κι αντρειεύει (id.) |
    • να θρέφεις τ' άλογό σου με μοσχάτο κρασί και με αφράτο ψωμί ώσπου ν' αντρειέψει τόσο που να μπορεί να πετάξει (Loukatos) |
    • poem και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους κλ (Seferis) |
    • και των τσολιάδων οι καρδιές αντρειεύουν στου προαιώνιου αδικητή τη θέα (Skipis) |
    • για το αίμα που 'βαψε της γης αντρειεύτηκαν τα πλήθια (Ritsos)
  • ⓐ reach manhood or maturity, grow (syn ανδρώνω [ανδρώνομαι], μεγαλώνω):
    • τα δέντρα γύρω από το σπίτι είχαν πια αντρειέψει |
    • αντρείεψαν οι ραγιάδες, μέστωσε η σάρκα, άνθισε ο νους (Kazantz) |
    • poem τι θα 'ρθει απ' τον Oρέστη η εγδίκηση .. | μόλις αντρειεύει και στον τόπο του ποθήσει να διαγείρει (Homer Od 1.41 Kaz-Kakr)
  • ⓑ fig grow stronger or more intense (of inanimate objects, e.g. the sea, the sun etc):
    • αντρειεύει ο αέρας, το κρύο, το κύμα |
    • όσο τη βασάνιζαν και την κυνηγούσαν, τόσο αυτή (sc η Iδέα) αντρειεύονταν και προχωρούσε |
    • poem η θάλασσ' αντρειεύεται, φουσκώνει, ξεχειλίζει (Palam)
  • ② trans cause to become stronger or more brave, strengthen (syn ανδρειώνω):
    • όσο ζύγωνα, η Iσπανία αντρείευε την καρδιά μου (Kazantz) |
    • poem μα το φιλί σου, αγάπη μου, μ' αντρείεψε, και τώρα | για κούρσα πάω κλ (Palam) |
    • χεράκια εσείς .. | σα να σας αντρειεύει | του μαρτυρίου η λαύρα (id.)

[fr MG αντρειεύω, der of αντρεία]

αντρείκελο s. ανδρείκελο.
αντρείος s. ανδρείος.
αντρειοσύνη s. ανδρειοσύνη.
αντρειωμένα [andrioména & andrjoména] adv
  • valiantly, courageously (syn ανδρεία, γενναία):
    • πίστεψε στη λευτεριά κ' έζησε σκληρά και ~ (Charis) |
    • poem κι ουδέ για την Eκάβη νοιάζομαι .. | και για τ' αδέρφια μου, που κάποτε περίσσια κι ~ | θα κυλιστούν στη σκόνη κλ (Homer Il 6.452 Kaz-Kakr) |
    • εδώ βλέπει ~ | να φρονούν παρά ποτέ (Solom)

[der of αντρειωμένος]

αντρειωμένος s. ανδρειωμένος.
< Προηγούμενο   [1] 2   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες