Βιβλιογραφία

Μορφολογία και Σύνταξη 

Μελέτες της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους στην εποχή μας 

1. Χαρακτηριστικά έκδοσης

  • 30 σελίδες.
  • Οι τίτλοι των κεφαλαίων τυπώνονται με μεγαλύτερους σε μέγεθος πλάγιους χαρακτήρες. Με πλάγια στοιχεία (και ελληνικούς χαρακτήρες) τυπώνονται μέσα στο κείμενο οι μεσαιωνικές λέξεις για τις οποίες γίνεται λόγος.
  • Βιβλιογραφικές παραπομπές (συντομογραφημένες) σε υποσελίδιες σημειώσεις.

Μετάφραση:

  • 36 σελίδες.
  • Οι τίτλοι των κεφαλαίων τυπώνονται με μεγαλύτερους σε μέγεθος πλάγιους χαρακτήρες. Με πλάγια στοιχεία τυπώνονται μέσα στο κείμενο οι μεσαιωνικές λέξεις για τις οποίες γίνεται λόγος.
  • Βιβλιογραφικές παραπομπές (συντομογραφημένες) σε υποσελίδιες σημειώσεις.

2. Περιεχόμενα - Παρατηρήσεις

Ο συγγραφέας εξετάζει την ελληνική γλώσσα κατά το διάστημα 1100 (οπότε το μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους Τούρκους) - 1453 (άλωση Κωνσταντινούπολης) και από τα μέσα του 15. αι. μέχρι τα τέλη του 17. αι. Αφού δώσει με συντομία τα ιστορικά στοιχεία που αφορούν την εποχή αναφέρεται στη γραμματεία της περιόδου (μεσαιωνικά δημώδη κείμενα) που αντανακλά την ομιλούμενη γλώσσα και ακολουθούν οι παρατηρήσεις του για τη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη, το λεξιλόγιο της γλώσσας της περιόδου. Οι γλωσσικές παρατηρήσεις του που αφορούν τη μορφολογία και τη σύνταξη της ελληνικής γλώσσας της πρώτης περιόδου (1100-1453) δίνονται στις σσ. 106-118 και αφορούν επισήμανση και εξέταση φαινομένων όπως: απλοποίηση του κλιτικού παραδείγματος για την κλίση αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με την εξαφάνιση του τελικού , εμφάνιση νέας κατηγορίας ουδετέρων σε (γεν. -ίου >ιού), μετατροπές στην κλίση των επιθέτων (με μεταπλασμό κλπ.), αλλαγές στη κλίση των μετοχών [«οι ενεργητικές μετοχές παραμερίζονται από ένα μόνο ρηματικό τύπο σε -οντα, και αργότερα -οντας που δεν έχει κανένα χρονικό περιεχόμενο» (1995, 108)· η εξαφάνιση των ενεργητικών μετοχών παρατηρεί ότι έλαβε χώρα ανάμεσα στον 12. και 14. αι.], σχηματισμός του μέλλοντα με την περίφραση έχω να + υποτακτική και κυρίως θέλω + απαρέμφατο, θέλω να + υποτακτική, αλλαγές στις καταλήξεις στην κλίση των ρημάτων που προδίδει η αβεβαιότητα στη χρήση κάποιων καταλήξεων στα δημώδη κείμενα (για παράδειγμα καταλήξεις -ουν και -ουσι για το γ΄ πρόσωπο του πληθυντικού της οριστικής του ενεστώτα και των δύο υποτακτικών, συνύπαρξη καταλήξεων όπως -όμην, -εσο, -ετο και -ούμουν, -ούσουν, -όταν (βλ. 1995, σ. 111), κλπ.), σύνταξη όλων των προθέσεων με αιτιατική κ.ά. Σε σχέση με την παραγωγή και τη σύνθεση σημειώνει (1995, σ. 114) την παραγωγικότητα ορισμένων επιθημάτων όπως -ίτσι(ον), -ούτσι(ον), -ούτσικος καθώς και ότι «οι σύνθετες λέξεις κάθε είδους είναι πολύ διαδεδομένες», ενώ «πολλές απ' αυτές είναι ολοφάνερα λεξιπλασίες, πράγμα που μαρτυρεί τον 'απεριόριστο' χαρακτήρα του μεσαιωνικού και νεοελληνικού λεξιλογίου» (σ. 114). Ακολουθεί πίνακας σύνθετων λέξεων γνωστών κειμένων της περιόδου όπως τα Προδρομικά, τα ιπποτικά, ο Τρωικός Πόλεμος, το Χρονικόν του Μορέως κ.ά.

Για τη δεύτερη περίοδο (μέσα 15. - τέλη 17. αι.) επισημαίνει φαινόμενα όπως: εμφάνιση διαλεκτικών τύπων (μαζί με τύπους της κοινής ή λόγιους τύπους) σε ό,τι αφορά την κρητική λογοτεχνική παραγωγή (1995, σ. 123) και (σε σχέση γενικά με τη μορφολογία και τη σύνταξη της γλώσσας της περιόδου, βλ. 1995, σ. 126 κε.): 'αυστηρότερη εφαρμογή του ονοματικού κλιτικού παραδείγματος' με 'εξομάλυνση των ανωμαλιών και των διπλοτυπιών', τάση αντικατάστασης όλο και συχνότερης της αιτιατικής πληθυντικού του θηλυκού τες (που επιβιώνει όμως στις διαλέκτους) από τον τύπο τις, χρήση της μελλοντικής περίφρασης θα + υποτακτική που παραμερίζει σχεδόν εντελώς όλες τις άλλες (βλ. σ. 126), ευρεία χρήση των περιφράσεων έχω + απαρέμφατο αορίστου και έχω + μετοχή παρακειμένου με -μένος για τον παρακείμενο κ.ά.· στην παραγωγή επισημαίνεται (σ. 129) η χρήση ιδιαίτερα παραγωγικών επιθημάτων, όπως -άδα, -ίτσι, -ίτσα, κλπ., -τζής, -λής (από την τουρκική). Σε σχέση με τη σύνθεση επισημαίνει (σ. 130) τη συχνή εμφάνιση των λεγόμενων dvandva σύνθετων (παρατακτικών σύνθετων), π.χ. γιδοπρόβατα, μερόνυχτο.

Τον συγγραφέα απασχολούν περισσότερο οι αλλαγές της γλώσσας ως γλωσσικού συστήματος (και κυρίως οι 'μεγάλες δομικές αλλαγές' παρά οι 'λεπτομερειακές μορφολογικές και συντακτικές αλλαγές', βλ. Εισαγωγή, (μετάφρ., σ. 24)), καθώς θεωρεί πως «η γλώσσα, σε όλα της τα επίπεδα, είναι μια δομημένη κατασκευή και πως οι φωνολογικές, οι μορφολογικές και οι συντακτικές αλλαγές - και σ' ένα μικρότερο βαθμό και οι λεξιλογικές - είναι γενικά μεμονωμένες απλώς εκδηλώσεις μιας μεταβολής στο δομικό μοντέλο της γλώσσας σε κάποιο επίπεδο» (ό.π.).

Ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα είναι η σχέση λόγιου-δημώδους. Για τη δημώδη γραμματεία κατά την περίοδο που μας ενδιαφέρει παρατηρεί (ό.π., σ. 17): «Υπάρχει ένα εκτεταμένο γραμματειακό σώμα κειμένων, ποιητικών κυρίως, γραμμένων σε μια μορφή που εμφανέστατα δεν αντιπροσωπεύει καμιά γλωσσική μορφή της σύγχρονης λόγιας γραμματείας». «Όλη αυτή η γραμματεία είναι γραμμένη σε μια γλωσσική μορφή που φαίνεται να είναι ένα μίγμα της εξελισσόμενης ομιλούμενης και της στατικής λόγιας γλώσσας (σ. 22). Παρ' όλα αυτά συχνά επιβιώνουν στις διαλέκτους τόσο λεξιλογικά στοιχεία όσο και μορφολογικά γνωρίσματα που έχουν πέσει σε αχρηστία στην κοινή δημοτική και απο δω συμπεραίνουμε πως ό,τι είναι φαινομενικά αρχαϊκό δεν οφείλεται κατ' ανάγκη στην επίδραση της λόγιας γλώσσας» (σ. 22). Ωστόσο «εκεί όπου υπάρχει μια μακροχρόνια και συνεχής λογοτεχνική παράδοση» «στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας πρέπει να έχουμε κατά νου όχι μόνο την άμεση επίδραση της λόγιας γλώσσας πάνω στους μορφωμένους αλλά και την έμμεση επίδρασή της πάνω στους αγράμματους, που την ακούνε σε επίσημες περιστάσεις ή από πρόσωπα με μεγάλο κύρος στην κοινωνία: η εξοικείωση της πολύ μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων με τη γλώσσα της ορθόδοξης λειτουργίας είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με αυτό τη ζήτημα. Επομένως είναι εκ των προτέρων πιθανό ότι σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή ο Ελληνας ομιλητής είχε μπροστά του μια ευρύτερη δυνατότητα επιλογής γλωσσικών σχημάτων από εκείνη του ομιλητή μιας γλώσσας χωρίς γραπτά λογοτεχνικά μνημεία και χωρίς παραδεδομένο εκπαιδευτικό σύστημα» (ό.π., σ. 23-4).

3. Αξιολογικές Παρατηρήσεις

Σημαντική μελέτη για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας με έμφαση στη μεσαιωνική και τη νεότερη περίοδο από τον καθηγητή Browning R., γνώστη των πορισμάτων της δομικής γλωσσολογίας, με γλωσσικό αλλά και φιλολογικό - ιστορικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα χρήσιμη στον ενδιαφερόμενο για θέματα μορφολογίας και σύνταξης της ΜΕ, καθώς παρέχει μια συνοπτική εξέταση βασικών μορφολογικών και συντακτικών χαρακτηριστικών του γλωσσικού συτήματος της μεσαιωνικής δημώδους με πολλά παραδείγματα από τη μεσαιωνική δημώδη γραμματεία.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Κ. Μυτούλα