ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Ανθολογίες 

Ανθολόγηση νεοελληνικής λογοτεχνίας (19ος-20ός αι.) 

 

Κρυστάλλης, Κώστας

«ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ»

ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Μιὰν Ἀπριλιάτικη βραδιά, μιὰ νύχτ' ἀστερωμένη
'Ψηλά, στοῦ Πίνδου τὰ βουνὰ μονάχος μου καθόμουν.
Κ' ἐκύτταζα στὸν οὐρανό, κ' ἐκρυφοσυλλογιόμουν,
Πῶς ζῇ ὁ δόλιος ἄνθρωπος, πῶς ζῇ καὶ πῶς πεθαίνει.

Ἀπὸ τὴ σκέψι κάποτε μ' ἐξύπναγε μιὰ βρύση
Σιμά μου, πὤχυνε νερὸ σὰν τὸ μαργαριτάρι
Καὶ μὲ τὴς πέτραις μίλαε μουρμουριστά. Μὲ χάρι
Τ' ὠχρὸ φεγγάρι ἄρχιζε νὰ γέρνῃ πρὸς τὴ δύσι.

Ἄλλη φωνὴ δὲν ἄκουγα, παρὰ στὸ λόγγο πέρα
'Φώναζε ὁ μαῦρος κόρακας, καὶ τὸ βουνὸ βογγοῦσε
Ἀπ' τὴ βραχνή του τὴ φωνή. Ἡ λίμνη ἠρεμοῦσε
Κι' ἀντάρα 'πὸ τὰ Γιάννινα σκονῶνταν στὸν αἰθέρα.

Ῥίχνω στὰ Γιάννινα ματιὰ καὶ βλέπω ὅλο μαυρίλα,
Κ' ἐφαίνονταν ἐδῶ κ' ἐκεῖ οἱ φέξαις ἀναμμέναις,
Σὰν νὰ ἤτανε κωλοφωτιαὶς στὸ λόγγο σκορπισμέναις.
Τί θέαμα τρομαχτικό! Τί μαύρη ἀνατριχίλα !

Καὶ πάλι πρὸς τὸν οὐρανὸ ἐσήκωσα τὸ μάτι
Καὶ πάλι, πάλι ἔπεσα σὲ συλλογὴ μεγάλη,
Σὲ συλλογή, ποὺ μ' ἔφυγεν ὁ νοῦς μ' ἀπ' τὸ κεφάλι,
Κι' ὁ ὕπνος μὲς στὴ συλλογὴ μ' ἐπλάνεψε κομμάτι.

Τὰ θολωμένα μάτια μου δὲν πρόφθασα νὰ κλείσω,
Κ' ὕπνος τὰ πλάκωσε βαρύς, βαθὺς σὰν τὸ σκοτάδι,
Κ' εἶδα ἕνα ὄνειρο φρικτό· πὼς βγῆκε ἀπ' τὸ λαγκάδι
Ὠχρόλευκο ἕνα Φάντασμα· τὸ συλλογιοῦμαι … φρίσσω!

Σιγά, σιγά, σιωπηλὰ στὸ πλάγι μου σιμώνει,
Μὲ πιάνει μὲ τὸ χέρι του, τὸ σὰν τὴν πέτρα κρύο.
Σηκώνονται οἱ τρίχες μου, τὰ πόδιά μου τὰ δύο
Τρέμουνε, καὶ τὸ αἷμα μου στὴς φλέβες μου παγώνει.

Τὸ κύτταζα, τὸ κύτταζα στὸ πρόσωπο, στὸ σῶμα,
Καὶ μιὰ τρεμούλα φρικερὴ μὲ πιάνει κ' ἔνας τρόμος,
Γιατί, γιατὶ τὸ γνώρισα τὸ φάντασμα, ἀλλ' ὅμως
Ἀκόμα λόγο δίσταζα νὰ βγάλω 'πό τὸ στόμα.

ΙΙλήν τέλος δὲν ἐβασταξα, δὲν μπόρεσα νὰ πνίξω
Τὸ δάκρυ, ποὺ κατέβηκε στὴν κάτωχρη παρειά μου,
Καὶ λέγω : «Τῆς μανούλας μου σκιά! Σκιὰ γλυκειά μου !…»
Καὶ πλέον δὲν ἠμπόρεσα τὸ στόμα μου ν' ἀνοίξω.

Μόνο τ' ἀχνό της πρόσωπο ξανακυττάζω πάλι,
Καὶ βλέπω χαμογέλασε, σὰν τὸ λαμπρὸ φεγγάρι,
Κι' ἀπὸ τὸ μάτι γλίστρησε σὰν τὸ μαργαριτάρι
Τὸ δάκρυ. Σκύφτει· μὲ φιλεῖ μὲ πόνο στὸ κεφάλι.

Καὶ μ' εἶπε: «Κωνσταντῖνε μου, μονάκριβο παιδί μου,
»Σὲ σκιάζουνε τὸ σῶμα μου κι ἡ ἀχνιασμένη ὄψι;
»Δὲν ξέρεις πὼς γιὰ σένανε ἠθέλησα ἀπόψε
»Νὰ ξαναλάβω μιὰ στιγμὴ τὸ αἷμα, τὴ ζωή μου ;

»Δὲν ξέρεις πὼς γιὰ σένανε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸν ᾍδη
»Ἀφῆκα καὶ ξανάρχομαι ἐδῶ στὸν κόσμο πάνω,
»Καὶ σύ, καὶ σὺ μὲ σκιάζεσαι;» Κ' ἐγὼ τὰ λόγια χάνω,
Πλὴν τέλος λέγω : «Τί ζητεῖς μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι;

»Μανοῦλα μου, τὸ μνῆμα του ἀφίνει ὁ πεθαμένος;»
«−Κι' ὅμως ἐγὼ γιὰ σένανε, γιὰ σένανε παιδί μου,
»Αὐτὴ τὴν ὥρα, τέκνο μου, τ' ἀφῆκα».− Ἡ φωνή μου
Καὶ πάλι τότε ἐσβύσθηκε, μένω βουβός, σκιαγμένος.

»Ἀκόμα δὲ μ' ἐγνώρισες; −Μέ ἐρωτᾷ−δὲ μ' εἶδες;»
«−Διστάζω ἀκόμα, μάνα μου, νὰ σοῦ τὸ πῶ, διστάζω,
»Γιατ' ἄλλη, ἄλλη σ' ἤξερα, καὶ ἄλλη σὲ κυττάζω·
»Τῆς γνωριμιᾶς σου, μάνα μου, μ' ἔφυγαν αἱ ἐλπίδες».

«−Γιατί μὲ βλέπεις κόκκαλα, μὲ βλέπεις δίχως αἷμα,
»Μὲ βλέπεις δίχως 'νασασμό, ὠχρὴ σὰν τὸ σαφράνι,
»Κι' ὅτι δὲν ἔχω τὴ θωρηά, ποὖχα στὸν κόσμο;−» «Φθάνει!…
»Ὤ! φθάνει ! τὴν ἐφώναξα, σ' ἐγνώρισ' ἀπ' τὸ βλέμμα.

»Σ' ἐγνώρισ' ἀπ' τὸ βλέμμα σου τώρα, καὶ τὴ λαλιά σου,
»Σ' ἐγνώρισα, μανοῦλα μου, σ' ἐγνώρισα, γλυκειά μου,
»Σ' ἐγνώρισα, καὶ χαίρεται ἡ θριβερὴ καρδιά μου,
»Μάνα μου. Τώρα ρώτα με γιὰ τἄλλα τὰ παιδιά σου.

»Πές μου γιὰ τὴ Μαρία σου, τὸ Γούλα σου, τὴ Λένη,
»Ποὺ νύχτα μέρα τὰ ὀρφανὰ κλαίγουνε τὴ θανή σου·
»Ρώτα μὲ καὶ γιὰ τὴ μικρή, τὴν ὤμορφη Φανή σου,
»Ποὺ σ' ἄλλα χέρια τρέφεται, ποὺ σ' ἄλλα χέρια μένει.

»Ρώτα με καί, μανοῦλα μου, γι' ὅλους τοὺς συγγενεῖς σου,
»Τ' ἀδέλφια σου, τή μάνα σου. Τὸ δόλιο τὸν πατέρα,
»Τὸ δόλιο τὸν πατέρα μου, μάνα, ποὺ νύχτα μέρα
»Δὲ θέ νὰ βρῇ παρηγοριά. . . . Ρώτα με τὸ παιδί σου».

Τὴν εἶπα κ' ἐσιώπησα χωρὶς λαλιὰ γιὰ λίγη,
Γιὰ λίγη ὥρα. Κύτταξα στὸ πρόσωπο ἐκείνη,
Καὶ βλέπω μὲς στὰ δάκρυα νὰ πλημμυρῇ. Νὰ κρίνῃ
Ἡ δύστυχη δὲ μπόρεσε, κ' ἐκίνησε νὰ φύγῃ.

Τὴν 'κολουθάω μὲ φωναὶς. Νὰ τὴν γυρίσω πίσω
Δὲν μπόρεσα. Κἂν πρόφθασα νὰ τὴν μιλήσω πάλι·
Κ' ἐκείνη μὲ συγκίνησι, καὶ θλίψι της μεγάλη
Μοῦ λέγει: «Ὥρα, τέκνο μου, τὴ γῆ αὐτὴ ν' ἀφήσω».

«−Ἐμένα τότε μάνα μου, μ' ἀφίνεις ; −» «−Ὦ παιδί μου,
Ἂν θὲς νὰ ἰδῇς τὰ Τάρταρα, ἂν νὰ ἰδῇς γυρεύῃς,
Τὸν ᾍδη, τὸν ΙΙαράδεισο, κεῖ κάτω νὰ κατέβῃς,
Τρέξε κοντά μου, τέκνο μου, ἔλα, ἔλα μαζί μου».