Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σταυρόλεξο
1 εγγραφή
σταυρόλεξο το [stavrólekso] Ο42 : πνευματικό παιχνίδι με λέξεις που τις βρίσκουμε με τη βοήθεια ειδικών επεξηγήσεων και είναι τοποθετημένες έτσι, ώστε γράμματα κάθε λέξης να ανήκουν και σε άλλες, οι οποίες είναι γραμμένες κάθετα σ΄ αυτήν: Φτιάχνω ένα ~. Tο ~ χωρίζεται συνήθως σε μικρά ορθογώνια, στο καθένα από τα οποία γράφεται ένα γράμ μα. Ένα δύσκολο ~. Περιοδικό με σταυρόλεξα. Περνάει την ώρα / διασκεδάζει λύνοντας σταυρόλεξα.

[λόγ. σταυρο- + λέξ(ις) -ον σφαλερή δημιουργία αντί σταυρολέξιον μτφρδ. αγγλ. crossword]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες