Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κατα-
1 εγγραφή
κατα- [kata] & κατ- [kat] ή καθ- [kaθ], κυρίως σε παλαιότερη παραγωγή, πριν από φωνήεν ή δασυνόμενο φωνήεν αντίστοιχα & κατά- [katá] ή κάτ- [kát] ή κάθ- [káθ], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : πρόθημα το οποίο: I. συνήθ. δηλώνει: 1. τόπο, με την έννοια: α. κάτω, προς τα κάτω. ANT ανα- 2: καταδύομαι· κάθοδος, κατάβαση, κατάδυση, καταρροή· καθοδικός. || (μτφ.) για δήλωση ηρεμίας, ανακούφισης: κατακάθομαι, κατα πραΰνω· καταπραϋντικός. β. κάπου, σ΄ ένα σημείο του χώρου: καταστρα τοπεδεύω. 2. επιτείνει την έννοια της πρωτότυπης λέξης. α. δηλώνει ότι γίνεται ή ισχύει σε μεγάλο βαθμό αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη· (πρβ. θεο-, ολο-): καταγοητεύω, καταϊδρώνω, κατακοκκινίζω, κατατρομάζω, καταχειροκροτώ· καταγάλανος, κατάξανθος, ολόξανθος· κατάξε ρος· κατάστεγνος, θεόστεγνος· κατάκαρδα, καταμεσής. || (σε ρήματα και ρηματικά παράγωγα) με επέκταση έχει την έννοια της φθοράς: κατασπα ταλώ, κατάχρηση. β. δηλώνει το μέσο της χρονικής περιόδου που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη, το διάστημα που τα χαρακτηριστικά της είναι πο λύ έντονα· (πρβ. μεσο-1): κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο, καταχείμωνο, στην καρδιά του καλοκαιριού κτλ. 3. εναντιότητα ή εχθρότητα: καταδικάζω, καταδιώκω, κατακρίνω, καταπολεμώ, καταψηφίζω· καταδίκη, κατάκριση· καταδικαστικός. || έννοια βίας, πίεσης: καταναγκάζω, καταπιέζω· καταναγκασμός, καταπίεση. 4. κατάταξη, ξεχώρισμα: καταγρά φω, καταμετρώ, κατατάσσω· κατάλογος, καταμέτρηση, καταχώριση. || διανομή, τεμαχισμό: κατανέμω· κατανομή. 5. (σε ρήματα και ρηματικά παράγωγα) εκτέλεση μιας διαδικασίας: κατεργάζομαι· κατεργασμένος· κατεργασία. II. σε πολλές λέξεις δεν είναι για τα νέα ελληνικά εμφανής η παραγωγή: κάτεργο.

[I2: αρχ. κατα- < πρόθ. κατά ως α' συνθ., παραγωγικό ρημάτων και ονομάτων: αρχ. κατα-καίω, ελνστ. κατά-κοπος, μσν. κατα-ζαρωμένος· I1, 3-5, II: λόγ. < αρχ. κατ(α)-: αρχ. κατα-βαίνω (δες κατεβαίνω), ελνστ. κατα-δίκη, κατά-λογος (αρχ. σημ.: `εγγραφή΄), αρχ. κατ-εργάζομαι & διεθ. kat(a)- < αρχ. κατ(α)-: κατ-ιόν < αγγλ. cation· λόγ. < αρχ. καθ- < κατ(α)- πριν από το σύμφ. [h] : αρχ. κάθ-οδος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες