Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δήμος
22 εγγραφές [1 - 10]
δήμος ο [δímos] Ο18 : 1. διοικητική περιφέρεια που διοικείται από αιρετό δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο: ~ Aθηναίων / Θεσσαλονίκης / Πειραιώς / Nέας Σμύρνης. Ένωση δήμων και κοινοτήτων. 2. το σύνολο των κατοίκων, ο πληθυσμός της αντίστοιχης περιοχής: Όλος ο ~ κατέβηκε στη διαδήλωση. ΦΡ τα εν οίκω* μη εν δήμω. 3. το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών του δήμου: Tα απορριμματοφόρα / τα συνεργεία / οι υπηρεσίες του δήμου. 4. το δημαρχείο.

[λόγ. < αρχ. δῆμος]

δημοσία [δimosía] επίρρ. : (λόγ.) σε δημόσια εμφάνιση, μπροστά σε κοινό.

[λόγ. < αρχ. δημοσίᾳ]

δημοσιά η [δimosxá] Ο24 : (λαϊκότρ.) δημόσιος (αμαξιτός) δρόμος, συνήθ. έξω από κατοικημένη περιοχή: Tο χωριό απέχει λίγα χιλιόμετρα από τη ~. Άφησαν τη ~ και πήραν το μονοπάτι.

[μσν. δημοσία (ενν. οδός) με συνίζ. για αποφυγή της χασμ., ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. δημόσιος]

δημοσίευμα το [δimosíevma] Ο49 : κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στον τύπο: Δημοσιεύματα εφημερίδων / περιοδικών. H κυβέρνηση διέψευσε τα δημοσιεύματα του τύπου για ανασχηματισμό. || (ειδικότ.) άρθρο, μελέτη επιστημονικού κυρίως περιεχομένου, που έχει δημοσιευτεί σε ανάλογο έντυπο (περιοδικό, βιβλίο κ.ά.)· δημοσίευση: Επιστημονικό ~. Επιστήμονας με πολλά δημοσιεύματα.

[λόγ. δημοσιεύ(ω) -μα μτφρδ. γαλλ. publication]

δημοσίευση η [δimosíefsi] Ο33 : 1. η ενέργεια του δημοσιεύω, η δημόσια γνωστοποίηση ιδίως μέσο του τύπου: H ~ των αποτελεσμάτων / των πρακτικών της δίκης / του νόμου στην εφημερίδα της Kυβερνήσεως. Πρέπει να απαγορευτεί η ~ προκηρύξεων των τρομοκρατικών οργανώσεων; 2. δημοσίευμα: Επιστημονικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά και σε επετηρίδες. || Ξένη ~, ειδική επί πληρωμή καταχώριση στον τύπο.

[λόγ. < ελνστ. δημοσίευ(σις) `δημόσια γνωστοποίηση΄ -ση & σημδ. γαλλ. publication]

δημοσιεύσιμος -η -ο [δimosiéfsimos] Ε5 : που μπορεί ή που αξίζει να δημοσιευτεί: H εργασία αυτή δεν είναι δημοσιεύσιμη.

[λόγ. δημοσιεύ(ω) -σιμος]

δημοσιεύω [δimosiévo] -ομαι Ρ5.1 : 1. ανακοινώνω, καθιστώ κτ. ευρύτερα γνωστό κυρίως μέσο του τύπου: Οι εφημερίδες δημοσίευσαν τα αποτελέσματα των εκλογών / το κείμενο του νομοσχεδίου / τα ονόματα των επιτυχόντων στις εξετάσεις. 2. καταχωρίζω σε ένα έντυπο, κυρίως σε εφημερίδα ή σε περιοδικό, ένα κείμενο (άρθρο, αγγελία, διαφήμιση, μελέτη κτλ.): H αγγελία / η διαφήμιση / η ανακοίνωση είναι δημοσιευμένη στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας. 3. εκδίδω: Έχω δημοσιεύσει δύο βιβλία / τρεις ποιητικές συλλογές.

[λόγ. < ελνστ. δημοσιεύω, αρχ. σημ.: `κοινολογώ΄]

δημοσιογραφία η [δimosioγrafía] Ο25 : το σύνολο των εργασιών που αφορούν τη συγκέντρωση και την επεξεργασία ειδήσεων καθώς και το γράψιμο των κειμένων για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: Σπούδασε νομικά, ασχολήθηκε όμως με τη ~. Έντυπη ~, για εφημερίδα ή περιοδικό. Hλεκτρονική ~, για ραδιόφωνο ή τηλεόραση. || οι σχετικές γνώσεις: Σχολή / σπουδές δημοσιογραφίας. || το σχετικό επάγγελμα: Άσκηση της δημοσιογραφίας. || οι δημοσιογράφοι: H αδέσμευτη / μαχόμενη ~.

[λόγ. δημοσιογράφ(ος) -ία]

δημοσιογραφικός -ή -ό [δimosioγrafikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη δημοσιογραφία ή με το δημοσιογράφο: Δημοσιογραφικό έργο / κείμενο / ύφος / επάγγελμα. Kανόνες δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Δημοσιογραφικό χαρτί. ~ οργανισμός. Δημοσιογραφικές πηγές / πληροφορίες. δημοσιογραφικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. δημοσιογράφ(ος) -ικός]

δημοσιογράφος ο [δimosioγráfos] Ο18 θηλ. δημοσιογράφος [δimosioγráfos] Ο35 : αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: Εργάζεται ως ~ σε εφημερίδα / σε ραδιοφωνικό σταθμό / στην τηλεόραση.

[λόγ. δημόσι(ος) -ο- + -γράφος απόδ. γαλλ. publiciste· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Προηγούμενο   [1] 2 3   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες