Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χρεοκοπώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χρεοκοπώ [xreokopó] Ρ10.9α μππ. χρεοκοπημένος : 1.φτάνω σε κατάστα ση χρεοκοπίας1: Xρεοκόπησε ένας έμπορος / μια επιχείρηση / μια τράπε ζα. || (προφ.) κάνω κπ. ή κτ. να χρεοκοπήσει. || (επέκτ.) πτωχεύω. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω ολοκληρωτικά: Xρεοκόπησε η πολιτική της κυβέρνησης. Xρεοκοπημένα κόμματα / πολιτικά συστήματα. Zούμε σ΄ έναν κόσμο χρεοκοπημένο.

[λόγ.: 1: ελνστ. χρεοκοπῶ· 2: σημδ. ιταλ. fare bancarotta]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες