Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χαζολογώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χαζολογώ [xazoloγó] & -άω Ρ10.1α : (οικ.) περνώ πολλή ώρα χαζεύοντας.

[χαζο- + -λογώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες