Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πληθαίνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πληθαίνω [pliθéno] Ρ7.4α : αυξάνομαι σε αριθμό, σε ποσότητα, γίνομαι περισσότερος. ANT μειώνομαι, ελαττώνομαι: Στις μέρες μας πλήθυναν πολύ τα κρούσματα κλοπών / διαρρήξεων. Tα θύματα του έιτζ όσο πάνε και πληθαίνουν. Πλήθυναν οι φήμες ότι το νόμισμα θα υποτιμηθεί.

[αρχ. πληθ(ύνω) μεταπλ. -αίνω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες