Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αναρωτιέμαι
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναρωτιέμαι [anarotxéme] Ρ10.1β : υποβάλλω στον εαυτό μου ερώτηση, στην οποία δυσκολεύομαι να απαντήσω: ~ γιατί τον αγαπά, αφού τη βασανίζει.

[μέσο < μσν. αναρωτώ < αρχ. ἀνερωτῶ `εξετάζω, ζητώ να μάθω΄ με επανεισαγωγή του προθήματος ανα-]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναρωτιέμαι s. αναρωτώ.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες