Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αναπυρώνω
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αναπυρώνω [anapiróno] aor αναπύρωσα, 3pl αναπυρώσαν, intr
  • take fire again, flame up anew:
    • poem χυμίζει η αύρα μια ριπή | καταμεσής στα δάση | που αναπυρώσαν πορφυρά (Sikel)

[cpd of ανα- & πυρώνω; cf PatrG ἀναπυρίζω 'set on fire']

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες