Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ποδηγετώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποδηγετώ [poδijetó] -ούμαι Ρ10.9 : (λόγ.) καθοδηγώ κπ., τον κατευθύνω πνευματικά, ηθικά· διαπαιδαγωγώ. || (αρνητικά) ασκώ έντονη επίδραση πάνω σε κπ., τον κατευθύνω εκεί που θέλω αφαιρώντας του κάθε πρωτοβουλία και ανεξαρτησία στη σκέψη και στη δράση· χειραγωγώ: Οι δημαγωγοί πολιτικοί προσπαθούν να ποδηγετήσουν τις μάζες που τους ακολουθούν.

[λόγ. < αρχ. ποδηγετῶ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go