Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λιμνάζω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιμνάζω [limnázo] Ρ2.1α : 1. (για νερά) είμαι σε κατάσταση στασιμότητας, ακινησίας, σχηματίζω λίμνη: Tα λύματα των εργοστασίων που λιμνάζουν, δημιουργούν πρόβλημα στους κατοίκους της γύρω περιοχής. 2. (μτφ.) είμαι σε κατάσταση αδράνειας, ακινησίας: H υπόθεση λιμνάζει εδώ και πολύν καιρό.

[λόγ. < αρχ. λιμνάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λιμνάζων -ουσα -ον [limnázon] Ε12 : (λόγ.) 1. (για νερά) που είναι σε κατάσταση στασιμότητας, ακινησίας, που σχηματίζει λίμνη: Tα λιμνάζοντα ύδατα είναι εστία μολύνσεως. 2. (μτφ.) που είναι σε κατάσταση αδράνειας, ακινησίας: Tο μυθιστόρημά της τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της λογοτεχνίας.

[λόγ. μεε. του ρ. λιμνάζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες