Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εφημερεύω
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εφημερεύω [efimerévo] Ρ5.1α : παρέχω υπηρεσία ολόκληρη την ημέρα ή ολόκληρο το εικοσιτετράωρο: Ο γιατρός εφημερεύει, εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο, εκ περιτροπής με άλλους γιατρούς, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής λειτουργία του νοσοκομείου. Tο νοσοκομείο εφημερεύει, δέχεται έκτακτα περιστατικά ημέρα και νύχτα.

[λόγ. < ελνστ. ἐφημερεύω `ασκώ υπηρεσία (συνήθ. στρατ.) την ημέρα΄]

[Λεξικό Κριαρά]
εφημερεύω· ’φημερεύγω.
  • (Εκκλ.) είμαι εφημέριος:
    • Παπα-Αντώνη τονε λεν αυτόν που ’φημερεύγει (Διήγ. ωραιότ. 569).

[μτγν. εφημερεύω. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εφημερεύων -ουσα -ον [efimerévon] Ε12 : που εφημερεύει: ~ γιατρός. Εφημερεύον νοσοκομείο.

[λόγ. < ελνστ. ἐφημερεύων `που έχει σειρά για υπηρεσία΄ μεε. του ἐφημερεύω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες