Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γλεντοκοπώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γλεντοκοπώ [γlendokopó] & -άω Ρ10.1α : γλεντώ υπερβολικά: Γλεντοκοπά μέρα και νύχτα.

[γλέντ(ι) -ο- + -κοπώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες